ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η νέα γενιά σε παύση — και τι σημαίνει αυτό για το δημογραφικό

Της Ζωής Θεοδοσιάδου

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, πολλοί νέοι άνθρωποι έχουν την ίδια αίσθηση: ότι η ζωή τους βρίσκεται σε παύση. Δεν είναι ότι δεν θέλουν να δουλέψουν, να δημιουργήσουν ή να κάνουν οικογένεια. Είναι ότι πριν από όλα αυτά, πρέπει πρώτα να βγει ο μήνας.

Η εργασία υπάρχει — αλλά πολύ συχνά χωρίς σταθερότητα, χωρίς ασφάλεια και με μισθούς που καλύπτουν μονάχα τα βασικά, και με δυσκολία. Ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση· για το 2024 κινείται γύρω στα 17.950 € ετησίως, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην Ε.Ε. πίσω μόνο από τη Βουλγαρία.

Ακόμη και όταν οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παραμένει αισθητά χαμηλότερο από αυτό του παρελθόντος και σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε σχέση με τα μέσα επίπεδα πριν από τη δεκαετή κρίση, το πραγματικό εισόδημα των Ελλήνων νοικοκυριών συνεχίζει να είναι περίπου 15% χαμηλότερο από το 2009.

Ταυτόχρονα, οι τιμές της κατοικίας, των ενοικίων και του κόστους ζωής έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Οι δείκτες τιμών κατοικίας στις ελληνικές πόλεις έχουν καταγράψει αυξήσεις άνω του 7,5 % ετησίως, με τα ενοίκια να αποτελούν βαριά επιβάρυνση για νοικοκυριά με χαμηλό ή μέτριο εισόδημα.

Το αποτέλεσμα είναι προφανές: η καθημερινότητα για έναν νέο δεν είναι απλώς μια οικονομική εξίσωση. Είναι ένα πλέγμα περιορισμών, από το διαθέσιμο εισόδημα μέχρι το κόστος στέγασης και τη σταθερότητα της εργασίας. Όταν οι δομές στήριξης είναι περιορισμένες και όταν το εισόδημα δεν αφήνει περιθώριο ασφάλειας, η αβεβαιότητα κυριαρχεί — και οι μεγάλες αποφάσεις ζωής αναβάλλονται. Η ανεξαρτησία, η δημιουργία οικογένειας, ακόμα και η σκέψη για παιδί μεταφέρονται συνεχώς «για αργότερα».

Αυτή η αναβολή δεν είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας ή έλλειψης ευθύνης. Είναι αποτέλεσμα συνθηκών. Όταν η πίεση της επιβίωσης είναι διαρκής, ο χρόνος για ζωή μειώνεται.

Το αποτύπωμα αυτής της πραγματικότητας φαίνεται πλέον καθαρά και στους αριθμούς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι γεννήσεις στην Ελλάδα παρουσιάζουν πτωτική τάση: το 2024 καταγράφηκαν περίπου 68.467 γεννήσεις, λιγότερες από τις 71.455 του 2023. Αυτή δεν είναι μια αφηρημένη στατιστική, αλλά μια κοινωνική τάση που αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων.

Γι’ αυτό και το δημογραφικό ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από την εργασία, το κόστος ζωής, την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων και την καθημερινότητα. Οι αριθμοί απλώς επιβεβαιώνουν αυτό που ήδη βιώνεται: μια κοινωνία όπου πολλοί θέλουν να προχωρήσουν, αλλά λίγοι μπορούν με σιγουριά.

Η αξιοπρεπής ζωή συχνά παρουσιάζεται ως προσωπική επιτυχία. Στην πράξη, όμως, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, εργαζόμαστε και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Η δυνατότητα να σχεδιάσεις το μέλλον σου — να ζήσεις μόνος σου, να κάνεις οικογένεια, να μην φοβάσαι κάθε μήνα — δεν θα έπρεπε να θεωρείται πολυτέλεια.

Γιατί όταν μια ολόκληρη γενιά μαθαίνει να ζει σε αναμονή, το κόστος δεν είναι μόνο ατομικό. Είναι συλλογικό.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η στήριξη της οικογένειας και των νέων αντιμετωπίζεται ως επένδυση στο μέλλον. Στην Ελλάδα, συχνά παραμένει επίδομα ανάγκης ή προεκλογική εξαγγελία. Δεν χρειαζόμαστε συνθήματα. Χρειαζόμαστε πολιτικές που να μετριούνται στο σπίτι, στη δουλειά, στο πορτοφόλι και στην καθημερινότητα.

Η Ελλάδα θα πρέπει να είναι μια χώρα όπου οι νέοι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν, να δημιουργήσουν και να κάνουν οικογένεια χωρίς να θυσιάσουν τον εαυτό τους. Η ζωή δεν είναι πολυτέλεια. Η αξιοπρέπεια δεν είναι προνόμιο. Και το μέλλον δεν θα έρθει μόνο του.

Ίσως, λοιπόν, το πρώτο βήμα για να αλλάξει αυτή η πορεία είναι να αναγνωρίσουμε ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις επιλογές των ανθρώπων, αλλά στις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να τις κάνουν.