Σε αντίθεση με όσους αντιμετωπίζουν κάθε ελληνοτουρκική επαφή είτε με φοβικότητα είτε με εύκολες καταγγελίες, η κυβέρνηση επιμένει σε μια ψύχραιμη, στρατηγική προσέγγιση. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έθεσε το πλαίσιο ξεκάθαρα: η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν δεν είναι αποσπασματική, αλλά εντάσσεται σε έναν δομημένο κύκλο διπλωματίας με στόχο τη διατήρηση σταθερού διαλόγου.
Χωρίς αυταπάτες και χωρίς «μαγικές λύσεις», η Αθήνα επιδιώκει μια κανονική σχέση με την Τουρκία, αναγνωρίζοντας ότι η γεωγραφία δεν αλλάζει. Σε μια ρευστή διεθνή συγκυρία, η διαχείριση των εντάσεων με ψυχραιμία αποτελεί στοιχείο εθνικής υπευθυνότητας, όχι αδυναμίας. Το μήνυμα είναι σαφές: διάλογος για να αποσυμπιέζονται κρίσεις, όχι για να παραχωρούνται κυριαρχικά δικαιώματα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα απτά αποτελέσματα. Οι παραβιάσεις στο Αιγαίο, που τα προηγούμενα χρόνια έφταναν έως και 30 ημερησίως με τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου ορατό, έχουν σχεδόν μηδενιστεί – και αυτό, όπως υπογράμμισε ο υπουργός, «χωρίς καμία έκπτωση ή θυσία». Πρόκειται για εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί από όσους σπεύδουν να μιλήσουν για «υποχωρητικότητα».
Στην ατζέντα παραμένουν εμπόριο, μετανάστευση, πολιτική προστασία και πολιτισμός – τομείς που λειτουργούν ως δίαυλοι σταθερότητας. Τα στοιχεία για το μεταναστευτικό είναι ενδεικτικά: από τις 860.000 ροές του 2015, σήμερα καταγράφονται περίπου 21.000, με μείωση 60% σε σχέση με πέρυσι. Η διαχείριση δεν είναι θεωρία, είναι μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Σε ό,τι αφορά την ουσία των διαφορών, η ελληνική θέση δεν μετακινείται: μοναδικό αντικείμενο συζήτησης είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, με βάση το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας. Ζητήματα κυριαρχίας δεν τίθενται στο τραπέζι.
Το ερώτημα «αν όχι τώρα, πότε;» δεν είναι ρητορικό. Είναι στρατηγικό. Και η κυβέρνηση δείχνει ότι μπορεί να συνδυάζει σταθερότητα, αποφασιστικότητα και διπλωματική ωριμότητα – χωρίς κραυγές, αλλά με αποτέλεσμα.





