Η Υγεία είναι ίσως το πιο δύσκολο πεδίο άσκησης πολιτικής: υψηλές προσδοκίες, περιορισμένοι πόροι και μηδενική ανοχή στο λάθος. Σε αυτό το περιβάλλον, η παρέμβαση του Άδωνι Γεωργιάδη δείχνει μια συνειδητή επιλογή σύγκρουσης με παθογένειες δεκαετιών, ακόμη κι αν το πολιτικό κόστος είναι δεδομένο.
Το νομοσχέδιο για τα καινοτόμα φάρμακα επιχειρεί να λύσει έναν υπαρκτό «γρίφο»: πώς μια χώρα με υψηλές υποχρεωτικές επιστροφές μπορεί να εξασφαλίσει έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες. Η επιλογή του ιταλικού μοντέλου δεν είναι ιδεολογική· είναι εργαλειακή. Στόχος δεν είναι απλώς να «έρχονται» τα φάρμακα, αλλά να έρχονται με κανόνες, έλεγχο δαπάνης και διαφάνεια, αντί να εισάγονται ακριβά και αποσπασματικά μέσω ΙΦΕΤ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η αύξηση της αμοιβής των συμβεβλημένων γιατρών του ΕΟΠΥΥ. Πρόκειται για την πρώτη αύξηση μετά από 16 χρόνια και μάλιστα χωρίς επιβάρυνση του προϋπολογισμού. Η εξοικονόμηση μέσω της ψηφιοποίησης των ραντεβού αποδεικνύει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν είναι σύνθημα, αλλά εργαλείο ανακατανομής πόρων υπέρ των επαγγελματιών Υγείας.
Οι 5.000 προσλήψεις στο ΕΣΥ και τα στοχευμένα κίνητρα για τα μικρά νησιά δείχνουν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση: όχι γενικές υποσχέσεις, αλλά παρεμβάσεις εκεί όπου εντοπίζεται το πραγματικό πρόβλημα στελέχωσης. Το παράδειγμα της Δράμας είναι ενδεικτικό μιας λογικής «επίλυσης», όχι διαχείρισης κρίσεων.
Ακόμη και στα πιο ευαίσθητα ζητήματα, ο λόγος του υπουργού παραμένει καθαρός: αποδοκιμασία της τοξικότητας, απόρριψη διχαστικών αφηγήσεων και υπεράσπιση μιας πολιτικής σταθερότητας που επιτρέπει στη χώρα να επενδύει, να εξοπλίζεται και να βελτιώνει βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Η Υγεία δεν αλλάζει με ευχές. Αλλάζει με αποφάσεις. Και αυτές, όπως φαίνεται, έχουν ήδη ληφθεί.





