ΑΔΩΝΙΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ

Γεωργιάδης για Βαρουφάκη: Όταν ο «αντισυστημικός» «πουλά ναρκωτικά» ως lifestyle και ζητά χειροκρότημα

Υπάρχουν στιγμές που ακόμη και η ελληνική πολιτική, συνηθισμένη στα αλλόκοτα, κοντοστέκεται. Μία από αυτές ήταν οι δηλώσεις του Γιάνη Βαρουφάκη για τη χρήση ναρκωτικών, ειπωμένες με εκείνη τη γνωστή χαλαρότητα του «Γιάνη με ένα ν», που άλλοτε βαφτίζεται αντισυστημικότητα και άλλοτε… lifestyle. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα ξέφυγαν. Και ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν το άφησε να περάσει έτσι.

Ο υπουργός εμφανίστηκε οργισμένος, όχι για να κάνει πολιτικό καβγά χαμηλής στάθμης, αλλά για να βάλει ένα όριο. Μάλιστα, ξεκίνησε με κάτι σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: ζήτησε συγγνώμη για τον χαρακτηρισμό «καραγκιόζης», εξηγώντας ότι ο Καραγκιόζης είναι σεβαστή φιγούρα της λαϊκής παράδοσης. Από εκεί και πέρα, όμως, ήταν ξεκάθαρος. Όταν ένας πολιτικός με απήχηση στη νεολαία μιλά δημόσια για ecstasy και χόρτο σαν να περιγράφει ένα αθώο after party, τότε δεν έχουμε απλώς «ελαφρότητα», αλλά επικίνδυνη ανευθυνότητα.

Ο Γεωργιάδης έθεσε το πραγματικό ερώτημα που αποφεύγουν πολλοί: τι γίνεται αν ένα παιδί μιμηθεί το είδωλό του; Αν πάρει μισό χάπι και δεν αντέξει; Εκεί τελειώνει κάθε αστεϊσμός. Γιατί η δημόσια έκθεση της χρήσης σκληρών ναρκωτικών δεν είναι ούτε εξομολόγηση ούτε χιούμορ. Είναι μήνυμα. Και τα μηνύματα, ειδικά όταν απευθύνονται σε νέους, έχουν συνέπειες.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο υπουργός μίλησε ακόμη και για πιθανή ποινική διάσταση. Όχι ως απειλή, αλλά ως υπενθύμιση ότι ο δημόσιος λόγος δεν είναι προσωπικό ημερολόγιο. Όταν εκθειάζεις συμπεριφορές που μπορούν να σκοτώσουν, δεν είσαι απλώς «εναλλακτικός». Είσαι επικίνδυνος.

Και κάπου εδώ το ζήτημα ξεφεύγει από τον ίδιο τον Βαρουφάκη. Ο Γεωργιάδης έδειξε και προς τα αριστερά, θυμίζοντας ότι αυτός ο άνθρωπος υπήρξε υπουργός Οικονομικών του Αλέξη Τσίπρα. Όχι σχολιαστής podcast, όχι καλλιτέχνης, αλλά θεσμικός παράγοντας.

Σε μια εποχή που η κοινωνία παλεύει με εξαρτήσεις, ψυχική πίεση και πρότυπα χωρίς πυξίδα, η κυβέρνηση –και όσοι μιλούν εξ ονόματός της– λένε το αυτονόητο: υπάρχουν όρια. Και όποιος τα ξεπερνά, δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το «χιούμορ».