Φιντάν κατά Αθήνας: Σενάρια «περικύκλωσης» και γεωπολιτική ένταση

Η κλιμάκωση του περιφερειακού ανταγωνισμού μεταξύ Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Μπέντζαμιν Νετανιάχου φέρνει στο προσκήνιο μια νέα, πιο σύνθετη γεωπολιτική εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο. Με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν και τη δυναμική του Ισραήλ στο βόρειο μέτωπο προς τον Λίβανο, η Άγκυρα επιχειρεί να ανατρέψει τις ισορροπίες, στοχοποιώντας ευθέως τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Η παρέμβαση του Χακάν Φιντάν δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Με σαφείς αιχμές περί «περικύκλωσης» της Τουρκίας, επιχείρησε να εντάξει την Ελλάδα και την Κύπρο στο κάδρο της αντιπαράθεσης με το Ισραήλ, υιοθετώντας μια ρητορική που παραπέμπει σε ευρύτερη στρατηγική πίεσης. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια προσπάθεια της Άγκυρας να αποδυναμώσει ένα σχήμα συνεργασίας που έχει σαφή γεωπολιτική και ενεργειακή αξία και απολαμβάνει τη στήριξη των ΗΠΑ.

Η τριμερής που ενοχλεί και το γεωπολιτικό «παιχνίδι»

Η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν είναι ούτε συγκυριακή ούτε επιθετική. Αντίθετα, αποτελεί έναν πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, με ενεργειακές, αμυντικές και διπλωματικές προεκτάσεις. Η συμμετοχή των ΗΠΑ στο σχήμα 3+1 ενισχύει ακόμη περισσότερο τη βαρύτητά του, καθιστώντας το κρίσιμο κρίκο στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής.

Η αντίδραση της Αθήνας ήταν άμεση και ξεκάθαρη. Η ελληνική διπλωματία απέρριψε κατηγορηματικά τις τουρκικές αιτιάσεις, υπογραμμίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας ασκείται με αυτονομία και στόχο τη σταθερότητα και την ειρήνη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει άλλωστε δείξει ότι η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ δεν συνεπάγεται ταύτιση, διατηρώντας αποστάσεις από επιλογές του Τελ Αβίβ σε Γάζα και Λίβανο.

Στο παρασκήνιο, όμως, το παιχνίδι είναι πολύ πιο σκληρό. Η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Κύπρου με το Ισραήλ – με συστήματα όπως το PULS και οι πύραυλοι BARAK – έχει θορυβήσει την Άγκυρα, η οποία βλέπει να διαμορφώνεται ένα πλέγμα αποτροπής που περιορίζει τον ρόλο της στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και η ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο μεταφοράς LNG προς την Ευρώπη εντείνουν την ανησυχία της τουρκικής ηγεσίας.

Η ευρύτερη γεωπολιτική εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τον ρόλο των ΗΠΑ και του Ντόναλντ Τραμπ. Η ισχυρή επιρροή του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον, αλλά και οι θεωρίες που αναπτύσσονται περί «παράσυρσης» της αμερικανικής ηγεσίας, τροφοδοτούν την τουρκική ρητορική. Παράλληλα, η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει αντιϊσραηλινά κέντρα επιρροής στις ΗΠΑ, προκειμένου να πλήξει έμμεσα τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Στην ουσία, η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα στρατηγικό δίλημμα: από τη μία επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης και «μεσάζοντα» μεταξύ Ανατολής και Δύσης, από την άλλη βλέπει το Ισραήλ να ενισχύεται και να αποκτά πλεονέκτημα σε ένα περιβάλλον όπου οι συμμαχίες επανακαθορίζονται.

Η ένταση δεν είναι συγκυριακή – είναι δομική. Και όσο το μέτωπο του Ιράν παραμένει ανοιχτό, η σύγκρουση Τουρκίας–Ισραήλ θα βαθαίνει, παρασύροντας στο επίκεντρο και την Ελλάδα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα συνεχιστεί αυτή η αντιπαράθεση, αλλά μέχρι πού μπορεί να φτάσει – και ποιοι θα καθορίσουν τους όρους του νέου γεωπολιτικού παιχνιδιού.