Με βαριές καταγγελίες για «οργανωμένο σχέδιο» και προσωπική ευθύνη Μητσοτάκη, ο Σωκράτης Φάμελλος κλιμακώνει την υπόθεση των υποκλοπών.
Ο Σωκράτης Φάμελλος επέλεξε να μετατρέψει τη δικαστική καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών για το σκάνδαλο των υποκλοπών σε συνολική πολιτική καταγγελία κατά της κυβέρνησης. Η απόφαση της Δικαιοσύνης παρουσιάστηκε όχι ως αυτόνομη εξέλιξη, αλλά ως επιβεβαίωση ενός «οργανωμένου σχεδίου» με «πρακτικές παρακράτους».
Η ρητορική κλιμάκωση είναι εντυπωσιακή. Από την αναβάθμιση του κατηγορητηρίου και τη διαβίβαση φακέλου για περαιτέρω διερεύνηση, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οδηγείται ευθέως στο συμπέρασμα ότι «δεν είναι σύμπτωση» και ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει «προσωπική ευθύνη». Πρόκειται για πολιτική ετυμηγορία που προηγείται οποιασδήποτε θεσμικής διαδικασίας.
Το πιο βαρύ στοιχείο της παρέμβασής του είναι ο όρος «παρακράτος». Δεν πρόκειται για απλή αντιπολιτευτική αιχμή, αλλά για λέξη με ιστορικό και θεσμικό φορτίο. Όταν χρησιμοποιείται σε μια υπόθεση που ακόμη εξελίσσεται δικαστικά, λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό εργαλείο πίεσης παρά ως νομικά τεκμηριωμένος ισχυρισμός.
Παράλληλα, ο Φάμελλος δεν περιορίζεται σε ερωτήματα· δίνει και τις απαντήσεις. «Όχι, δεν είναι σύμπτωση», λέει, υιοθετώντας θέση τελικού συμπεράσματος. Έτσι, η πολιτική αφήγηση διαμορφώνεται ως δεδομένη αλήθεια, όχι ως αντικείμενο διερεύνησης.
Η κατάληξη στο αίτημα για εκλογές δείχνει και τον πραγματικό πολιτικό στόχο: η δικαστική εξέλιξη μετατρέπεται σε μοχλό συνολικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης. Το ερώτημα όμως παραμένει: ενισχύεται η θεσμική σοβαρότητα όταν μια υπόθεση υποκλοπών αντιμετωπίζεται με όρους απόλυτης πολιτικής καταγγελίας ή εντείνεται η πόλωση σε ένα ήδη τεταμένο πεδίο;
Σε μια τόσο ευαίσθητη υπόθεση, οι λέξεις έχουν βάρος. Και όταν η αντιπολίτευση επιλέγει τη μέγιστη ένταση, αναλαμβάνει και το ρίσκο: είτε θα δικαιωθεί από τα γεγονότα είτε θα κατηγορηθεί ότι εργαλειοποίησε μια θεσμική κρίση για κομματικό όφελος.





