Με το Brent στα 118 δολάρια, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συνεδριάζουν υπό τον Κυριάκο Πιερρακάκη αναζητώντας ευρωπαϊκή απάντηση στον κίνδυνο νέας ενεργειακής κρίσης.
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή επαναφέρει στο προσκήνιο έναν γνώριμο εφιάλτη για την παγκόσμια οικονομία: το ενεργειακό σοκ. Με το πετρέλαιο Brent να έχει ήδη σκαρφαλώσει στα 118 δολάρια το βαρέλι, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συναντώνται στις Βρυξέλλες σε ένα Eurogroup που, αν και τυπικά δεν έχει την κρίση του Περσικού Κόλπου στην ημερήσια διάταξη, ουσιαστικά θα περιστραφεί γύρω από αυτήν.
Η συνεδρίαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πραγματοποιείται υπό την προεδρία του Κυριάκου Πιερρακάκη, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία. Λίγες ώρες πριν από το Eurogroup θα πραγματοποιηθεί και τηλεδιάσκεψη του G7, όπου ο Έλληνας υπουργός θα συμμετάσχει εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο στόχος είναι σαφής: να σταλεί προς τις αγορές ένα μήνυμα συντονισμού και ετοιμότητας απέναντι στον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης.
Παρότι οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί καταρτίστηκαν με εντελώς διαφορετικές παραδοχές για τις τιμές ενέργειας, η πραγματικότητα των αγορών αλλάζει γρήγορα τα δεδομένα. Η άνοδος του πετρελαίου έχει ήδη αρχίσει να αμφισβητεί τις δημοσιονομικές προβλέψεις πολλών χωρών, δημιουργώντας φόβους ότι η οικονομική ισορροπία που είχε επιτευχθεί μετά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση μπορεί να ανατραπεί.
Οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί στα «στενά του Ορμούζ»
Το βασικό σημείο ανησυχίας είναι η αστάθεια γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους στον κόσμο. Από την περιοχή διέρχεται περίπου το 15% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μπορεί να προκαλέσει εκρηκτικές αυξήσεις στις τιμές.
Οι αγορές ήδη προεξοφλούν αυτό το ενδεχόμενο. Ορισμένοι αναλυτές δεν αποκλείουν σενάρια τιμών ακόμη και στα 140 ή 150 δολάρια το βαρέλι, εφόσον η κρίση παραταθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, το σοκ δεν θα περιοριστεί στο κόστος καυσίμων. Οι αυξήσεις θα μεταφερθούν στις μεταφορές, στα ναύλα και τελικά σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, επηρεάζοντας ακόμη και τον πρωτογενή τομέα μέσω ακριβότερων λιπασμάτων και αγροτικών εισροών.
Οι τεχνικές υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη περισσότερο την εύθραυστη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα θα αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τις κυβερνήσεις: να χρησιμοποιήσουν δημοσιονομικούς πόρους για να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις ή να αποφύγουν νέες παρεμβάσεις προκειμένου να τηρήσουν τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ενέργεια. Ένα νέο κύμα εισαγόμενου πληθωρισμού θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα και τις τιμές τροφίμων, οι οποίες ήδη παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Σε αυτή την περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να διατηρήσει τα επιτόκια υψηλά για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό ή να επιτρέψει μια ελεγχόμενη άνοδο τιμών ώστε να μην επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η καθυστέρηση στη μείωση των επιτοκίων σημαίνει μεγαλύτερη πίεση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ειδικά σε μια οικονομία όπου μεγάλο μέρος των στεγαστικών δανείων παραμένει συνδεδεμένο με κυμαινόμενα επιτόκια.
Η συνεδρίαση της Δευτέρας λειτουργεί ουσιαστικά ως προθάλαμος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου, όπου οι ηγέτες της ΕΕ θα κληθούν να χαράξουν κοινή στρατηγική απέναντι στην κρίση. Για την ελληνική πλευρά, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η προστασία του εγχώριου προϋπολογισμού που είχε βασιστεί σε πολύ χαμηλότερες τιμές ενέργειας και αφετέρου η αξιοποίηση του θεσμικού ρόλου του προέδρου του Eurogroup για την προώθηση μιας πιο ευέλικτης ευρωπαϊκής αντίδρασης.
Σε κάθε περίπτωση, όσο οι τιμές πετρελαίου παραμένουν πάνω από το όριο των 100 δολαρίων και η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο συνεχίζεται, η ευρωπαϊκή οικονομία θα κινείται σε ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον. Οι αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων θα δείξουν αν πρόκειται για μια ακόμη προσωρινή αναταραχή ή για την αρχή μιας νέας ενεργειακής δοκιμασίας για την Ευρώπη.





