Δεύτερη σφραγίδα ενοχής για τη Χρυσή Αυγή – Η Δικαιοσύνη μίλησε ξανά

Η ετυμηγορία του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δεν άφησε περιθώρια για παρερμηνείες. Η Χρυσή Αυγή κρίθηκε εκ νέου ένοχη ως εγκληματική οργάνωση, επιβεβαιώνοντας στον δεύτερο βαθμό όσα είχαν κριθεί πρωτοδίκως. Η Δικαιοσύνη, ύστερα από μια μακρά και επίπονη αποδεικτική διαδικασία που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2022, επανέλαβε με νομική καθαρότητα ότι δεν επρόκειτο για «πολιτική δίωξη», αλλά για οργανωμένη εγκληματική δράση με ιεραρχία, εντολές και επιχειρησιακή δομή.

Η απουσία σχεδόν όλων των καταδικασθέντων από την αίθουσα, πλην των Ηλίας Κασιδιάρης και Ιωάννης Λαγός, ήταν από μόνη της πολιτικό σχόλιο. Όταν επί χρόνια καταγγέλλεις «σκευωρίες» και «πολιτικές διώξεις», η στοιχειώδης θεσμική συνέπεια θα ήταν να σταθείς απέναντι στην απόφαση που σε αφορά. Αντί αυτού, η εικόνα της άδειας πλευράς των κατηγορουμένων υπογράμμισε τη διάσταση ανάμεσα στη ρητορική της «αντισυστημικής γενναιότητας» και την πραγματικότητα της ποινικής ευθύνης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επαναβεβαίωση της ενοχής για τη δολοφονία του Παύλος Φύσσας από τον Γιώργος Ρουπακιάς, καθώς και για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης από τον Νίκος Μιχαλολιάκος και τα υπόλοιπα κορυφαία στελέχη. Δεν πρόκειται για αφηρημένες πολιτικές ευθύνες, αλλά για συγκεκριμένες πράξεις: από την ανθρωποκτονία έως τις επιθέσεις σε αλιεργάτες και συνδικαλιστές. Το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση, επιβεβαιώνοντας ότι ο σκληρός πυρήνας της οργάνωσης λειτουργούσε με χαρακτηριστικά εγκληματικής δομής και όχι ως ένα χαλαρό πολιτικό σχήμα.

Η συγκίνηση της Μάγδα Φύσσα στο άκουσμα της απόφασης αποτύπωσε το ανθρώπινο σκέλος μιας υπόθεσης που συχνά εγκλωβίστηκε σε πολιτικές αντιπαραθέσεις. Όμως η ουσία δεν είναι κομματική. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν αποτελεί νίκη κάποιας ιδεολογικής παράταξης ούτε ήττα μιας άλλης. Είναι επιβεβαίωση ότι σε ένα κράτος δικαίου, η βία με πολιτικό μανδύα δεν νομιμοποιείται.

Η τελική κρίση του Εφετείου λειτουργεί ως θεσμικό ορόσημο. Όχι γιατί «κλείνει» τον δημόσιο διάλογο για τα άκρα, αλλά γιατί θέτει ένα σαφές όριο: η δημοκρατία δεν αυτοκαταργείται στο όνομα της ανοχής. Και όταν η πολιτική δράση μετατρέπεται σε ποινικά κολάσιμη εγκληματική δραστηριότητα, η απάντηση δεν είναι ιδεολογική – είναι δικαστική.