Ο πήχης για τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Άγκυρα είναι χαμηλός. Και είναι χαμηλός συνειδητά. Όχι από αδυναμία, ούτε από έλλειψη φιλοδοξίας, αλλά επειδή στην παρούσα συγκυρία η πραγματική αξία δεν βρίσκεται στις ανακοινώσεις, αλλά στο ίδιο το γεγονός της απευθείας συνομιλίας. Σε μια περιοχή που αλλάζει ραγδαία, με γεωπολιτικές σταθερές να επαναπροσδιορίζονται και νέους παίκτες να διεκδικούν ρόλο, το να μιλάς απευθείας με τον δύσκολο γείτονα είναι πολιτική πράξη ουσίας — όχι επικοινωνιακό πυροτέχνημα.
Από τον Νοέμβριο του 2024 στη Νέα Υόρκη μέχρι σήμερα, μεσολάβησαν εξελίξεις που θα αρκούσαν για να τινάξουν στον αέρα κάθε εύθραυστη ισορροπία. Η επιστροφή Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η αυξημένη ρευστότητα στη Μέση Ανατολή, οι ανακατατάξεις στο ΝΑΤΟ, αλλά και η προσπάθεια της Τουρκίας να επανατοποθετηθεί ως περιφερειακός παίκτης «ειδικού βάρους». Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, Αθήνα και Άγκυρα απέφυγαν τις μεγάλες εκρήξεις. Όχι τυχαία. Αλλά επειδή και οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται ότι το κόστος της έντασης σήμερα είναι μεγαλύτερο από το όποιο πρόσκαιρο όφελος.
Η στρατηγική της ψυχραιμίας
Η ελληνική κυβέρνηση δεν καλλιεργεί αυταπάτες. Δεν πιστεύει σε «ξαφνικές λύσεις», ούτε σε μαγικές συνταγές εξομάλυνσης. Γνωρίζει καλά ότι η μοναδική ουσιαστική διαφορά —ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα— παραμένει αγεφύρωτη. Γνωρίζει επίσης ότι η Τουρκία δεν έχει εγκαταλείψει τις πάγιες διεκδικήσεις της. Όμως ακριβώς γι’ αυτό επιλέγει τη στρατηγική της ψυχραιμίας και της συνέχειας. Διότι το να διατηρείς ανοιχτούς διαύλους, χωρίς να παραχωρείς θέσεις και χωρίς να τροφοδοτείς ένταση, είναι δείγμα ισχύος και αυτοπεποίθησης, όχι υποχώρησης.
Η απευθείας επικοινωνία Μητσοτάκη–Ερντογάν λειτουργεί και ως ανάχωμα σε σενάρια που ψιθυρίζονται εδώ και μήνες σε διπλωματικούς διαδρόμους: σενάρια επιδιαιτησίας, «διαμεσολαβήσεων» και τρίτων ρόλων, που θα ήθελαν να βάλουν την ελληνοτουρκική σχέση σε καλούπια ξένα προς τα συμφέροντα της Αθήνας. Η Ελλάδα, με σταθερότητα και καθαρό μήνυμα, δείχνει ότι μπορεί να συνομιλεί απευθείας, χωρίς κηδεμόνες και χωρίς ενδιάμεσους.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του στο Foreign Policy, επέλεξε χαμηλούς τόνους. Όχι επειδή φοβάται την κλιμάκωση, αλλά επειδή την έχει ήδη αποτρέψει στην πράξη. Η μείωση των παραβιάσεων, η καλύτερη διαχείριση του μεταναστευτικού, η τουριστική βίζα για τα νησιά, η ενίσχυση του διμερούς εμπορίου — όλα αυτά δεν είναι «παραχωρήσεις», αλλά κεκτημένα σταθερότητας που η Αθήνα δεν έχει λόγο να διακινδυνεύσει.
Το παρασκήνιο και το μήνυμα
Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα δεν θα παράξει βαριές συμφωνίες. Δεν θα υπάρξουν θεαματικά έγγραφα, ούτε μεγάλες δεσμεύσεις. Και αυτό είναι απολύτως σύμφωνο με τον σχεδιασμό της Αθήνας. Διότι σε αυτή τη φάση, το ζητούμενο δεν είναι το «τι θα υπογραφεί», αλλά το «τι δεν θα χαλάσει». Η ελληνική πλευρά προσέρχεται με πλήρη διπλωματική ομάδα, με σαφή καταμερισμό ρόλων και με έλεγχο της ατζέντας. Περιμένει το σήμα της Άγκυρας, αλλά δεν τρέφει αυταπάτες για την έκταση των αποτελεσμάτων.
Στο εσωτερικό, άλλωστε, το κλίμα είναι σαφώς διαφορετικό από το παρελθόν. Οι πολίτες δεν βιώνουν τα ελληνοτουρκικά ως υπαρξιακή απειλή. Αυτό δεν σημαίνει εφησυχασμό — σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει καταφέρει να αποφορτίσει ένα παραδοσιακά εκρηκτικό πεδίο, χωρίς να υπονομεύσει τα εθνικά συμφέροντα. Και αυτό, πολιτικά, είναι κεφάλαιο.
Σε αντίθεση με όσους επενδύουν διαχρονικά στην ένταση, η κυβέρνηση επιλέγει τον ρεαλισμό. Δεν πουλάει εθνικιστική υπερπατριωτική ρητορική, ούτε όμως υπογράφει λευκές επιταγές. Κρατά τη συζήτηση ανοιχτή, τα όρια καθαρά και τις προσδοκίες χαμηλά. Γιατί γνωρίζει ότι στη διπλωματία, συχνά, το πιο σημαντικό αποτέλεσμα είναι αυτό που δεν φαίνεται: η αποτροπή της κρίσης.
Και κάπως έτσι, μια συνάντηση με «χαμηλό πήχη» αποκτά τελικά υψηλή σημασία. Όχι επειδή αλλάζει τα πάντα. Αλλά επειδή κρατά τα δύσκολα υπό έλεγχο. Και αυτό, στη σημερινή γεωπολιτική συγκυρία, δεν είναι καθόλου λίγο.





