OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αναγνωρίζει κενά ασφαλείας, αλλά απορρίπτει τη γενίκευση περί ανασφάλειας και ζητά θεσμική ευθύνη και ψυχραιμία.
Το περιστατικό με τον 89χρονο δράστη σε ΕΦΚΑ και Πρωτοδικείο δεν προσφέρεται για εύκολες κραυγές. Προσφέρεται για σοβαρή αποτίμηση. Και εκεί ακριβώς κινήθηκε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: αναγνώρισε το πρόβλημα χωρίς να το μετατρέψει σε αφήγημα γενικευμένης κατάρρευσης.
Ναι, υπήρξαν κενά. Η απουσία X-RAY και επαρκούς ελέγχου εισόδου σε δικαστικό χώρο είναι δομική αδυναμία, όχι συγκυριακό λάθος. Και ο υπουργός δεν το έκρυψε πίσω από επικοινωνιακές ωραιοποιήσεις. Το αντίθετο: έθεσε ευθέως το ζήτημα ευθύνης σε όσους όφειλαν να διασφαλίσουν βασικές δικλείδες ασφαλείας. Σε ένα κράτος που θέλει να λέγεται οργανωμένο, τέτοιες παραλείψεις δεν είναι «λεπτομέρειες».
Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζει η πραγματική πολιτική γραμμή: η άρνηση της γενίκευσης. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα γενικευμένης ανασφάλειας. Και αυτό δεν είναι σύνθημα — είναι στατιστική και καθημερινή εμπειρία. Μια χώρα που υποδέχεται δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως χωρίς συστημικά προβλήματα δημόσιας τάξης δεν μπορεί να παρουσιάζεται, με αφορμή ένα περιστατικό, ως αποτυχημένο κράτος ασφάλειας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της παρέμβασης Χρυσοχοΐδη: διαχωρισμός ανάμεσα στο μεμονωμένο και στο συστημικό. Το περιστατικό ήταν επικίνδυνο και σοβαρό — αλλά όχι ενδεικτικό μιας συνολικής αποτυχίας. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, γιατί η πολιτική εργαλειοποίηση τέτοιων γεγονότων οδηγεί σε δύο εξίσου προβληματικές κατευθύνσεις: είτε στην υποτίμηση των πραγματικών κινδύνων είτε στην υπερβολή που διαστρεβλώνει την εικόνα της χώρας.
Ταυτόχρονα, η αναφορά του υπουργού στην ανάγκη αξιολόγησης της αντίδρασης της ΕΛ.ΑΣ. δείχνει μια πιο τεχνοκρατική προσέγγιση. Όχι απόδοση ευθυνών για εντυπώσεις, αλλά αποτίμηση για βελτίωση. Αυτό είναι βασικό στοιχείο σύγχρονης διαχείρισης κρίσεων: κάθε περιστατικό λειτουργεί ως case study για επιχειρησιακή αναβάθμιση.
Η αντιπολίτευση, από την άλλη, έσπευσε να επενδύσει πολιτικά στο γεγονός. Όμως η υπερβολή —ότι δήθεν η χώρα αντιμετωπίζει γενικευμένο πρόβλημα ασφάλειας— δεν αντέχει σε σοβαρό έλεγχο. Αντιθέτως, αποδυναμώνει τη συζήτηση για τα πραγματικά ζητήματα: την ενίσχυση υποδομών ασφαλείας, την κατανομή αρμοδιοτήτων και τη λειτουργική συνεργασία υπηρεσιών.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε κενό. Υπήρξε. Το ζητούμενο είναι αν το κράτος μαθαίνει από αυτό. Και εκεί θα κριθούν όλοι: από τη διοίκηση των δικαστηρίων μέχρι τους επιχειρησιακούς μηχανισμούς.
Σε τελική ανάλυση, η ασφάλεια δεν είναι ούτε αφήγημα πανικού ούτε πεδίο ωραιοποίησης. Είναι ζήτημα λειτουργίας. Και το στοίχημα για την κυβέρνηση είναι απλό αλλά απαιτητικό: λιγότερα λόγια, περισσότερα φίλτρα, έλεγχοι και υποδομές που δεν θα αφήνουν περιθώριο στο «κάποιος δεν έκανε τη δουλειά του».

