Το κυκλοφοριακό της Αττικής είναι από εκείνα τα προβλήματα που όλοι αναγνωρίζουν, όλοι καταγγέλλουν, αλλά ελάχιστοι τόλμησαν διαχρονικά να αγγίξουν σοβαρά. Για δεκαετίες αντιμετωπιζόταν είτε με αποσπασματικά μέτρα είτε με εύκολες εξαγγελίες, χωρίς σχέδιο, χωρίς ιεράρχηση και κυρίως χωρίς πολιτικό κόστος. Η πρόσφατη σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη δείχνει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει αυτό το μοτίβο, περνώντας από τη διαχείριση της καθημερινής ασφυξίας σε έναν δομημένο, ρεαλιστικό σχεδιασμό.
Η προτεραιοποίηση του Κηφισού δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για τον βασικότερο κυκλοφοριακό «πνεύμονα» της Αττικής, όπου ένα ατύχημα ή μια βλάβη αρκεί για να παραλύσει ολόκληρο το λεκανοπέδιο. Η επιλογή της κυβέρνησης να κινηθεί σε τρία επίπεδα –άμεσο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο– δείχνει επίγνωση της πολυπλοκότητας του προβλήματος και αποφυγή των απλουστεύσεων που συνήθως καταλήγουν σε αδιέξοδα.
Στο άμεσο σκέλος, η έμφαση στη μείωση της κυκλοφορίας βαρέων οχημάτων και στη βελτίωση της διαχείρισης περιστατικών καθυστερήσεων είναι ενδεικτική μιας πιο «χειρουργικής» προσέγγισης. Το γεγονός ότι αποκλείστηκε η οριζόντια απαγόρευση φορτηγών τις ώρες αιχμής δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν επιλέγει λύσεις εντυπωσιασμού, αλλά σταθμίζει επιπτώσεις στην αγορά, την εφοδιαστική αλυσίδα και την καθημερινότητα.
Από τις γρήγορες παρεμβάσεις στις δομικές λύσεις
Στο μεσοπρόθεσμο επίπεδο, η μεταφορά επιτυχημένων πρακτικών –όπως τα «έξυπνα φανάρια» της Θεσσαλονίκης– στην Αττική αποτυπώνει μια πιο ώριμη λογική διακυβέρνησης: αξιολόγηση, προσαρμογή και κλιμάκωση όσων λειτουργούν. Παράλληλα, η προοπτική ενίσχυσης των δρομολογίων των ΜΜΜ έως το τέλος του 2026 συνδέει το κυκλοφοριακό με τη δημόσια συγκοινωνία, εκεί όπου κρίνονται οι πραγματικές λύσεις και όχι οι προσωρινές ανακουφίσεις.
Το μακροπρόθεσμο σκέλος, με νέους παρακαμπτήριους άξονες, την ολοκλήρωση της Γραμμής 4 του Μετρό και την ανάπτυξη ποδηλατοδρόμων, αποτυπώνει κάτι που έλειψε για χρόνια από τον δημόσιο διάλογο: χρονικό ορίζοντα. Όχι υποσχέσεις χωρίς ημερομηνία λήξης, αλλά παρεμβάσεις που απαιτούν χρόνο, πόρους και πολιτική συνέπεια.
Σε μια εποχή που το κυκλοφοριακό προσφέρεται για εύκολο λαϊκισμό και απλοϊκές κραυγές, η επιλογή της κυβέρνησης να επεξεργαστεί λύσεις σε βάθος και να τις περάσει από τα συναρμόδια υπουργεία πριν τις ανακοινώσεις δείχνει θεσμική σοβαρότητα. Το στοίχημα πλέον δεν είναι η διαπίστωση του προβλήματος –αυτό το ζουν καθημερινά οι πολίτες– αλλά η υλοποίηση ενός σχεδίου που θα μετατρέψει το χάος σε λειτουργική κανονικότητα. Και αυτό, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, φαίνεται να τίθεται με όρους πραγματικού σχεδιασμού.





