OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Η έκθεση του ΔΝΤ καταγράφει τη θεαματική δημοσιονομική και θεσμική μεταμόρφωση της Ελλάδας μέσα από μεταρρυθμίσεις, ψηφιοποίηση και φορολογική σταθερότητα.
Η Ελλάδα της δεκαετίας του 2010 ήταν για την Ευρώπη το απόλυτο παράδειγμα οικονομικής κατάρρευσης. Μια χώρα αποκλεισμένη από τις αγορές, εγκλωβισμένη σε μνημόνια, με τεράστια ελλείμματα, αδύναμο κράτος και μια φορολογική διοίκηση που αδυνατούσε να εξασφαλίσει ακόμη και τα στοιχειώδη δημόσια έσοδα. Δεκαπέντε χρόνια μετά, η ίδια χώρα παρουσιάζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως παράδειγμα θεσμικής ανάκαμψης και δημοσιονομικής ανθεκτικότητας. Και αυτή η μεταβολή μόνο τυχαία δεν είναι.
Η έκθεση του ΔΝΤ αποτυπώνει με τρόπο σχεδόν συμβολικό τη μεγάλη εικόνα της ελληνικής μεταρρύθμισης. Η Ελλάδα δεν κατάφερε απλώς να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της. Κατάφερε να ξαναχτίσει την αξιοπιστία της, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να μετατρέψει τη φορολογική διοίκηση από σύμβολο παθογένειας σε βασικό πυλώνα ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας.
Δεν είναι μικρή υπόθεση ότι η χώρα συγκαταλέγεται πλέον στις ελάχιστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πρωτογενές πλεόνασμα, την ώρα που μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις, ενεργειακές αβεβαιότητες και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφανίζει πλεονάσματα κοντά στο 5% του ΑΕΠ, μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος και δανείζεται πλέον με όρους που πριν λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητοι, αποτελεί σαφή ένδειξη μιας βαθιάς μεταβολής.
Η μεγάλη αλλαγή δεν έγινε στα λόγια αλλά στους θεσμούς
Το ενδιαφέρον στην ανάλυση του ΔΝΤ είναι ότι δεν αποδίδει αυτή την πρόοδο αποκλειστικά στη λιτότητα ή στη συγκυρία. Αντιθέτως, στέκεται ιδιαίτερα στον μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης και στην οικοδόμηση ανεξάρτητων θεσμών. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του ελληνικού comeback.
Η δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αποτέλεσε ίσως τη σημαντικότερη θεσμική τομή της μεταμνημονιακής περιόδου. Για πρώτη φορά το φορολογικό σύστημα απέκτησε αυτονομία, λογοδοσία και επιχειρησιακή συνέχεια χωρίς ασφυκτικές πολιτικές παρεμβάσεις. Παράλληλα, η ψηφιοποίηση των διαδικασιών, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και τα νέα πληροφοριακά συστήματα άλλαξαν ριζικά το τοπίο.
Η αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ και η ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης δεν προέκυψαν από υπερφορολόγηση, αλλά από καλύτερο έλεγχο, τεχνολογία και αποτελεσματικότερη διοίκηση. Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο πολιτικό συμπέρασμα της έκθεσης: ότι οι σοβαρές μεταρρυθμίσεις αποδίδουν όταν έχουν διάρκεια, θεσμική συνέχεια και ξεκάθαρο στρατηγικό προσανατολισμό.
Η σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας δεν σημαίνει φυσικά ότι όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί. Το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, οι κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να πιέζουν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας και η διεθνής αβεβαιότητα δημιουργεί νέους κινδύνους. Όμως η χώρα πλέον διαθέτει κάτι που δεν είχε την προηγούμενη δεκαετία: δημοσιονομικά και θεσμικά «μαξιλάρια» αντοχής.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η Ελλάδα παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως η «ειδική περίπτωση» της Ευρώπης. Η εικόνα μιας οικονομίας που κατέρρεε υπό το βάρος της αναξιοπιστίας δίνει τη θέση της σε μια χώρα που αναγνωρίζεται διεθνώς για την πρόοδο, τη σταθερότητα και την ικανότητά της να εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις με μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Και αυτό εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη έκθεση του ΔΝΤ έχει ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική βαρύτητα. Δεν αποτελεί απλώς μια θετική αξιολόγηση αριθμών. Είναι μια έμμεση παραδοχή ότι η Ελλάδα κατάφερε να βγει από τον φαύλο κύκλο της κρίσης και να μετατραπεί σε παράδειγμα δημοσιονομικής και θεσμικής ανάκαμψης μέσα στην Ευρώπη.

