Από τα Ορλοφικά στον Πούτιν: το διαχρονικό «όχι» της Ρωσίας στον ελληνισμό

Όταν η Μόσχα μιλά για «προδοσία» της Ελλάδας, αλλά ξεχνά την ίδια της την Ιστορία

Η τελευταία επίθεση του Σεργκέι Λαβρόφ κατά της Αθήνας δεν είναι απλώς άλλη μία διπλωματική υπερβολή. Είναι μια κλασική άσκηση ιστορικής αμνησίας και πολιτικής υποκρισίας. Ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας εγκαλεί την Ελλάδα επειδή, τάχα, «διέκοψε μονομερώς» μια σχέση δεκαετιών με τη Ρωσία, λες και αυτή η σχέση υπήρξε ποτέ ισότιμη, ειλικρινής ή –το κυριότερο– φιλική προς τα ελληνικά συμφέροντα.

Ο κ. Λαβρόφ μιλά για «εχθρικές ενέργειες» και «ρωσοφοβία», επειδή η Ελλάδα στάθηκε εκεί που όφειλε να σταθεί: στο πλευρό του διεθνούς δικαίου, της εδαφικής ακεραιότητας και της ευρωπαϊκής της ταυτότητας. Κι όμως, η Μόσχα ενοχλείται επειδή η Αθήνα δεν έκανε αυτό που έκανε επί αιώνες: να πληρώνει γεωπολιτικά τη «φιλία» της Ρωσίας χωρίς να λαμβάνει τίποτα ουσιαστικό σε αντάλλαγμα.

Διότι αν υπάρχει μια σταθερά στη νεότερη ιστορία, είναι ότι η Ρωσία –τσαρική, σοβιετική ή μετασοβιετική– σπάνια στάθηκε δίπλα στην Ελλάδα όταν αυτό κόστιζε στα δικά της συμφέροντα. Από τα Ορλοφικά, όπου οι Έλληνες ωθήθηκαν σε μια αιματηρή εξέγερση για να εγκαταλειφθούν στη συνέχεια, μέχρι την Επανάσταση του 1821, την οποία η Αγία Πετρούπολη αντιμετώπισε αρχικά ως επικίνδυνη παρέκκλιση από τη «νομιμότητα» της Ιερής Συμμαχίας.

Η δε Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου υπήρξε ένα ωμό ρωσικό γεωπολιτικό σχέδιο εις βάρος του ελληνισμού στα Βαλκάνια, ενώ ο 20ός αιώνας κατέγραψε ακόμη πιο σκοτεινά κεφάλαια: τη βοήθεια του Λένιν στον Κεμάλ, που οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή, τους διωγμούς και τις εκτοπίσεις χιλιάδων Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας επί Στάλιν, αλλά και την ψυχρή έως εχθρική στάση της Μόσχας στο Δωδεκανησιακό.

Η Ρωσία θυμάται τους «αδελφούς» μόνο όταν τη συμφέρει

Ο Λαβρόφ επικαλείται σήμερα τον ελληνικό πληθυσμό που ζει σε ρωσικά εδάφη, υποδυόμενος τον προστάτη τους. Ξεχνά, βολικά, ότι οι ίδιοι αυτοί πληθυσμοί γνώρισαν διώξεις, εκκαθαρίσεις και εξορίες από το σοβιετικό κράτος. Τότε δεν υπήρχαν «αδέρφια», ούτε ευαισθησίες για τη «ζωή και την υγεία» τους.

Ακόμη πιο προκλητική είναι η επίθεση της Μόσχας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η συστηματική προσπάθεια εργαλειοποίησης της Ορθοδοξίας, με αιχμή το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα. Η Ρωσία δεν υπερασπίζεται την πίστη· υπερασπίζεται τη σφαίρα επιρροής της, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ευθεία υπονόμευση του Πατριαρχείου και πίεση προς το Άγιο Όρος.

Όσο για τη δήθεν φράση του Κυριάκου Μητσοτάκη περί «πολέμου με τη Ρωσία», η Μόσχα ξέρει πολύ καλά ότι πρόκειται για σκόπιμη διαστρέβλωση. Αυτό που ενοχλεί το Κρεμλίνο δεν είναι η ρητορική, αλλά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν εκβιάζεται πλέον με ιστορικούς μύθους, ενεργειακές εξαρτήσεις και ψευδο-ορθόδοξες συγγένειες.

Η Αθήνα δεν «πρόδωσε» τη Ρωσία. Απλώς έπαψε να αυταπατάται. Και αυτό, για τη Μόσχα, είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα.