Αντί για όρκο, ιδεολογικό παραλήρημα: Το «σόου» Κωνσταντίνου στον Δήμο Αθηναίων

Ο Πέτρος Κωνσταντίνου δεν πήγε να ορκιστεί — πήγε να δώσει παράσταση. Και μάλιστα με πλήρες ιδεολογικό ρεπερτόριο, λες και η αίθουσα του Δήμου Αθηναίων ήταν αμφιθέατρο πολιτικής καταγγελίας και όχι θεσμική διαδικασία με συγκεκριμένους κανόνες. Αντί για τον προβλεπόμενο όρκο στο Σύνταγμα και τους νόμους, προτίμησε να διαβάσει ένα προσωπικό μανιφέστο, ένα κείμενο που θύμιζε περισσότερο προκήρυξη πορείας παρά δέσμευση δημόσιου λειτουργού.

Εδώ όμως δεν μιλάμε για «δημιουργική απόκλιση». Μιλάμε για συνειδητή απαξίωση της ίδιας της έννοιας του θεσμού. Ο όρκος δεν είναι χώρος αυτοέκφρασης ούτε μικρόφωνο πολιτικής αυτοπροβολής. Είναι μια ελάχιστη, συμβολική αλλά κρίσιμη πράξη: αποδέχεσαι ότι λειτουργείς μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων. Όταν αυτό το πλαίσιο το πετάς επιδεικτικά στο καλάθι, δεν κάνεις επανάσταση — απλώς δηλώνεις ότι δεν σε δεσμεύει τίποτα πέρα από το προσωπικό σου αφήγημα.

Το υποκριτικό σόου

Και κάπου εδώ ξεκινά το πραγματικό πρόβλημα. Γιατί το «σόου» δεν είναι αθώο. Είναι βαθιά υποκριτικό. Ο ίδιος που καταγγέλλει διαρκώς θεσμούς, διαδικασίες και «σύστημα», σπεύδει να καταλάβει θέση μέσα σε αυτό το σύστημα — αλλά με τους δικούς του όρους. Θέλει την ιδιότητα, αλλά όχι την υποχρέωση. Θέλει τη σκηνή, αλλά όχι τον κανόνα. Μια πολιτική στάση à la carte, όπου οι θεσμοί ισχύουν μόνο όταν εξυπηρετούν.

Η αντίδραση του Άδωνι Γεωργιάδη μπορεί να είχε ένταση, αλλά αγγίζει μια βασική αλήθεια: αν ο καθένας αποφασίζει ποιον όρκο θα δώσει, τότε δεν υπάρχει διαδικασία — υπάρχει χάος. Και η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με προσωπικές εκδοχές κανόνων. Λειτουργεί με κοινούς, συμφωνημένους κανόνες. Αλλιώς μετατρέπεται σε σκηνικό όπου ο πιο θορυβώδης επιβάλλει την ατζέντα.

Το πιο ειρωνικό; Όλο αυτό παρουσιάζεται ως «αγώνας» και «αντίσταση». Στην πραγματικότητα είναι το πιο βολικό πολιτικό shortcut: φωνάζεις, καταγγέλλεις, εντυπωσιάζεις — και αποφεύγεις την ουσία. Γιατί η ουσία θα ήταν να αναλάβεις ευθύνη, να δουλέψεις μέσα στο πλαίσιο, να παράγεις αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν έχει χειροκρότημα. Δεν έχει viral στιγμές.

Ο Κωνσταντίνου δεν αμφισβήτησε το σύστημα. Απλώς το χρησιμοποίησε ως σκηνή. Και όταν η πολιτική γίνεται θέατρο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αισθητικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Γιατί η απαξίωση των κανόνων δεν πλήττει «τους άλλους». Πλήττει την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας.

Αν αυτό είναι το πρότυπο «αντισυστημικής» στάσης, τότε δεν μιλάμε για πολιτική πρόταση. Μιλάμε για έναν καλοστημένο μονόλογο, όπου το περιεχόμενο περισσεύει και η ένταση περισσεύει ακόμη περισσότερο. Και στο τέλος της ημέρας, μένει μόνο ο θόρυβος — και μια θεσμική διαδικασία που μετατράπηκε σε φθηνό θέαμα.