Με δραματικούς τόνους για ρεύμα και υποκλοπές, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιλέγει γενικευμένη καταγγελία αντί τεκμηριωμένης πρότασης.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίστηκε στη Βουλή αποφασισμένος να τα βάλει με όλους και με όλα: με την ενεργειακή πολιτική, με τα «καρτέλ», με τον «κάθετο διάδρομο», με τα εθνικά ζητήματα, με το «παρακράτος». Αν έλειπε κάτι από την τοποθέτησή του, αυτό ήταν η ψυχραιμία.
Στο μέτωπο της ενέργειας, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μίλησε για «ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της κυβέρνησης» και για «παράδοση του χώρου σε λίγους και ισχυρούς». Μεγάλες κουβέντες, αλλά χωρίς συγκεκριμένη, κοστολογημένη εναλλακτική. Η ενεργειακή μετάβαση, οι γεωπολιτικές πιέσεις και η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας απλοποιήθηκαν σε ένα αφήγημα περί «ενίσχυσης καρτέλ». Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη από ένα σύνθημα.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η απόλυτη βεβαιότητα με την οποία παρουσίασε τα στοιχεία για «χαμένη πράσινη ενέργεια» και «υπονόμευση του δημοσίου συμφέροντος». Σαν να μην υπάρχουν τεχνικές και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, σαν να μην υπήρχε σχέδιο απεξάρτησης από τον λιγνίτη που στηρίζεται σε κοινοτικές αποφάσεις και στόχους. Η επιστροφή στο παρελθόν μπορεί να ακούγεται εύκολη στο βήμα της Βουλής, αλλά δεν αποτελεί ενεργειακή στρατηγική.
Στο ζήτημα του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, ο Ανδρουλάκης επένδυσε σε υπαινιγμούς και γεωπολιτικές αιχμές, ζητώντας «καθαρές απαντήσεις». Όταν όμως μιλάμε για σύνθετα διακρατικά έργα, η σοβαρότητα απαιτεί τεκμηρίωση και όχι υπονοούμενα που καλλιεργούν σκιές χωρίς αποδείξεις.
Και σαν να μην έφτανε το ενεργειακό μέτωπο, η ομιλία κορυφώθηκε με βαρύγδουπες εκφράσεις περί «παρακρατικού μηχανισμού» και «παράνομων παιχνιδιών εξουσίας». Η δικαστική απόφαση για τις υποκλοπές μετατράπηκε σε πολιτικό όπλο συνολικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης. Η ένταση της φρασεολογίας –«θα πάρετε μάθημα», «μέχρι τέλους», «το κράτος δεν σας ανήκει»– θύμιζε περισσότερο προεκλογικό μανιφέστο παρά θεσμική τοποθέτηση αρχηγού κόμματος.
Η ειρωνεία είναι ότι ενώ κατηγορεί την κυβέρνηση για «θράσος», υιοθετεί ο ίδιος ύφος ηθικής απόλυτης ανωτερότητας. Ενώ μιλά για σεβασμό στη Δικαιοσύνη, προδικάζει πολιτικές ευθύνες ως δεδομένες. Ενώ ζητά σταθερότητα και διαφάνεια, επενδύει στη δραματοποίηση.
Σε μια περίοδο που η χώρα χρειάζεται νηφαλιότητα στην ενέργεια και θεσμική σοβαρότητα στα ζητήματα κράτους δικαίου, η επιλογή της υπερβολής ίσως εξυπηρετεί την κομματική συσπείρωση, αλλά δύσκολα πείθει ως εναλλακτική διακυβέρνησης. Το ερώτημα για τον Ανδρουλάκη δεν είναι αν μπορεί να καταγγείλει. Είναι αν μπορεί να πείσει ότι μπορεί και να κυβερνήσει.





