Ανδρουλάκης: Φορολογικές «λύσεις» που υπονομεύουν την ανάπτυξη

Η ρητορική του Νίκου Ανδρουλάκη για «ασυδοσία τραπεζών» επιχειρεί να επαναφέρει ένα γνώριμο, αλλά πολιτικά βολικό αφήγημα, το οποίο όμως αποσυνδέεται από τη σημερινή πραγματικότητα της οικονομίας. Οι τράπεζες, μετά από μια δεκαετία κρίσης και ανακεφαλαιοποιήσεων, λειτουργούν πλέον σε ένα αυστηρό ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο, με σαφείς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας και διαχείρισης κινδύνων, που δεν αφήνουν περιθώρια για τις γενικεύσεις που επιχειρεί η αντιπολίτευση.

Η πρόταση για έκτακτη φορολόγηση των τραπεζικών κερδών, πέρα από το προφανές στοιχείο της εύκολης πολιτικής στόχευσης, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την επενδυτική εικόνα της χώρας. Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία ανακτά αξιοπιστία και προσελκύει κεφάλαια, η επιλογή τιμωρητικών παρεμβάσεων στέλνει αντιφατικά μηνύματα προς τις αγορές και υπονομεύει την ίδια τη δυναμική ανάπτυξης.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσέγγιση που αντιμετωπίζει την τραπεζική κερδοφορία ως «πρόβλημα» και όχι ως προϋπόθεση για τη δυνατότητα χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας. Η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών είναι ακριβώς αυτή που επιτρέπει τη σταδιακή αύξηση της ρευστότητας προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, κάτι που ήδη εξελίσσεται μέσω εργαλείων όπως το Ταμείο Ανάκαμψης.

Στη λογική του παρεμβατισμού

Στην ουσία, οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ επαναφέρουν μια λογική υπερφορολόγησης και κρατικής παρέμβασης που έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν χωρίς θετικά αποτελέσματα. Αντί για τεκμηριωμένες πολιτικές που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και τη σταθερότητα, επιλέγεται μια αντιπολιτευτική γραμμή που επενδύει στη δυσαρέσκεια, χωρίς να προσφέρει ρεαλιστική διέξοδο.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η στοχοποίηση ενός κλάδου, αλλά η διατήρηση μιας ισορροπίας που διασφαλίζει και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή. Και σε αυτό το πεδίο, οι απλουστεύσεις και τα συνθήματα δύσκολα μπορούν να υποκαταστήσουν τη σοβαρή οικονομική πολιτική.