Αν κάποιος περίμενε έστω ίχνος αυτοκριτικής από τον Γιάνη Βαρουφάκη μετά τις αντιδράσεις για τις δηλώσεις του περί ναρκωτικών, μάλλον δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ την πολιτική του διαδρομή. Αντί για περίσκεψη, επέλεξε την αντεπίθεση. Αντί για συναίσθηση ευθύνης, κατήγγειλε… υποκρισία. Και αντί να απαντήσει στο αυτονόητο –αν ένας πολιτικός οφείλει να προσέχει τι μηνύματα στέλνει στους νέους– επέλεξε να εμφανιστεί ως διωκόμενος αντισυστημικός ήρωας.
Ο κ. Βαρουφάκης δεν ανακάλεσε, δεν διευκρίνισε, δεν προβληματίστηκε. Επέμεινε. Υπερασπίστηκε δημόσια την επιλογή του να μιλά για ecstasy και «χόρτο» ως προσωπικές εμπειρίες, βαφτίζοντας την προβληματική αφήγηση «ειλικρίνεια προς τους νέους». Μόνο που άλλο η ειλικρίνεια και άλλο η κανονικοποίηση. Όταν ένας πρώην υπουργός περιγράφει ναρκωτικά ως «καταπληκτική εμπειρία» με μικρό υστερόγραφο τον πονοκέφαλο, το μήνυμα δεν είναι παιδαγωγικό. Είναι επικίνδυνα χαλαρό.
Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την ουσία, ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25 επιτίθεται σε υπουργούς, στη Δικαιοσύνη, στην Αστυνομία, ακόμα και σε μια υποτιθέμενη «Οργουελιανή ομάδα συκοφάντησης». Όλοι φταίνε, εκτός από τον ίδιο. Η ποινική διερεύνηση μετατρέπεται σε «επιστροφή στη δεκαετία του ’50» και η δημόσια κριτική σε απόπειρα φίμωσης. Ένα γνώριμο μοτίβο: όταν τα επιχειρήματα τελειώνουν, ξεκινά η θεατρική καταγγελία.
Το πρόβλημα όμως παραμένει. Ένας πολιτικός που δηλώνει ότι «τα έχει κάνει όλα» και δεν δίνει συμβουλές στους νέους, δεν κάνει επανάσταση. Απλώς αποποιείται την ευθύνη του. Και όσο ο Βαρουφάκης επιμένει να παρουσιάζει την πρόκληση ως αρετή και την ανευθυνότητα ως πολιτική στάση, τόσο αποδεικνύει ότι δεν τον ενδιαφέρει ο διάλογος, αλλά το σοκ. Όχι η ουσία, αλλά το χειροκρότημα. Και σίγουρα όχι το παράδειγμα που οφείλει να δίνει σε όσους τον ακούν.





