OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Γυναικοκτονίες και αυτοκτονικότητα δραστών: Υπάρχει επιστημονική σύνδεση; – Η ανάλυση του Αντώνη Κασιμάτη

Η πρόσφατη επικαιρότητα, με τα τραγικά περιστατικά στη Ροδόπη και τη Νέα Σμύρνη, έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα σκοτεινό και εξαιρετικά σύνθετο ερώτημα: Συνδέονται τελικά οι γυναικοκτονίες με την αυτοκτονικότητα των δραστών; Η εικόνα ενός δράστη που, αφού αφαιρέσει τη ζωή της συντρόφου του, στρέφει τη βία στον εαυτό του, δημιουργεί συχνά την εντύπωση ενός κοινού, προδιαγεγραμμένου μοτίβου. Ωστόσο, ο διακεκριμένος ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής, αντιστράτηγος ε.α. και πρώην Διευθυντής Υγειονομικού της ΕΛ.ΑΣ., Αντώνης Κασιμάτης, ξεκαθαρίζει το τοπίο μιλώντας στο parapolitika.gr.
Διαχωρισμός ανάμεσα σε γυναικοκτονία και αυτοκτονικότητα
Σύμφωνα με τον κ. Κασιμάτη, η αντιμετώπιση των δύο αυτών καταστάσεων ως ενός ενιαίου φαινομένου αποτελεί επιστημονικό σφάλμα. «Μοτίβο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σε καμία περίπτωση», τονίζει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η χρονική σύμπτωση ή η αλληλουχία των γεγονότων δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός κοινού ψυχοπαθολογικού μηχανισμού. Η θεωρία ότι ο δράστης λειτουργεί με τη λογική «αφού δεν θα ζήσω εγώ, δεν θα ζήσεις ούτε εσύ» αποτελεί, κατά τον ίδιο, μια παρανόηση.
Η αυτοκτονικότητα από μόνη της δεν επαρκεί για να εξηγήσει τη στροφή της βίας προς έναν άλλο άνθρωπο. Η προσωπικότητα του δράστη και ο τρόπος εκδήλωσης της επιθετικότητας αποτελούν διαφορετικές παραμέτρους που πρέπει να εξετάζονται ξεχωριστά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά στρέφεται αποκλειστικά προς τον ίδιο τον άνθρωπο, ενώ σε άλλες συνυπάρχει με τη βία προς τρίτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αυτοκτονικότητα οδηγεί στη βία κατά της συντρόφου, ούτε ότι ένας άνθρωπος με αυτοκτονικό ιδεασμό αποτελεί εξ ορισμού κίνδυνο για τους γύρω του.
Τα όρια της πρόβλεψης και ο ρόλος της ψυχικής υγείας
Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη και τις Αρχές είναι το κατά πόσο μπορεί να προβλεφθεί μια τέτοια ακραία συμπεριφορά. Ο κ. Κασιμάτης επισημαίνει ότι η ασφαλής πρόβλεψη της αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε ατομικό επίπεδο είναι εξαιρετικά δύσκολη. «Δεν έχει σημασία αν βλέπω κάτι. Σημασία έχει αν μπορώ να το αποδείξω ή να το στηρίξω», σημειώνει, αναδεικνύοντας τη δυσκολία εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων, ειδικά όταν επιχειρείται εκ των υστέρων να δοθεί μία και μοναδική εξήγηση.
Παράλληλα, ο έμπειρος ψυχίατρος υπογραμμίζει ότι η ψυχική υγεία, η αυτοκτονικότητα και η κακοποιητική συμπεριφορά δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Η ύπαρξη μιας ψυχικής διαταραχής δεν συνεπάγεται απαραίτητα βίαιη συμπεριφορά, όπως ακριβώς και η άσκηση βίας δεν μπορεί να αποδίδεται αυτόματα και απλουστευτικά σε κάποια ψυχική νόσο.
Η σημασία της έγκαιρης παρέμβασης στις κακοποιητικές σχέσεις
Το ζήτημα διαφοροποιείται σημαντικά όταν υπάρχουν ήδη σαφείς ενδείξεις ή ιστορικό κακοποιητικής συμπεριφοράς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συζήτηση δεν αφορά πλέον την πρόβλεψη μιας μελλοντικής αυτοκτονίας, αλλά το πώς θα προστατευθεί έγκαιρα το υποψήφιο θύμα από τον κακοποιητή του. Εκεί αναδεικνύεται το πρακτικό πρόβλημα της διαχείρισης αυτών των περιστατικών και τα όρια των διαθέσιμων θεσμικών παρεμβάσεων.
Συμπερασματικά, οι υποθέσεις της Ροδόπης και της Νέας Σμύρνης δεν προσφέρονται για εύκολες γενικεύσεις. Αντίθετα, επιβεβαιώνουν πόσο σύνθετη είναι η ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και πόσο αναγκαίο είναι να διαχωρίζεται επιστημονικά η αυτοκτονικότητα από την κακοποιητική και ανθρωποκτόνο βία.
























