OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Γιατί βάζουμε πάντα μουσική ή τηλεόραση στο background; Τι αποκαλύπτει η ψυχολογία

Έχετε παρατηρήσει ποτέ τον εαυτό σας να ανοίγει την τηλεόραση αμέσως μόλις μπαίνει στο σπίτι, να ξεκινά ένα podcast κατά τη διάρκεια των καθημερινών εργασιών ή να παίζει συνεχώς μουσική στο background; Για πολλούς από εμάς, η σιωπή έχει γίνει ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης. Η επιστήμη της ψυχολογίας, ωστόσο, αποκαλύπτει ότι αυτή η συνεχής ανάγκη για ηχητικό φόντο δεν είναι απλώς μια αθώα συνήθεια ή μια προσπάθεια για multitasking, αλλά ένας μηχανισμός αντιμετώπισης βαθύτερων συναισθημάτων, με κυρίαρχο αυτό της μοναξιάς.
Το πείραμα της σιωπής και η αποφυγή των σκέψεών μας
Το 2014, μια πρωτοποριακή έρευνα με επικεφαλής τον ψυχολόγο Τίμοθι Γουίλσον από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια έφερε στο φως εντυπωσιακά δεδομένα για τη σχέση μας με τη σιωπή. Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να καθίσουν μόνοι τους σε ένα άδειο δωμάτιο για 6 έως 15 λεπτά, χωρίς καμία απολύτως συσκευή ή άλλη πηγή απόσπασης της προσοχής, παρά μόνο με τις σκέψεις τους.
Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά: η πλειονότητα των συμμετεχόντων βίωσε την εμπειρία ως εξαιρετικά δυσάρεστη. Το πιο σοκαριστικό εύρημα, ωστόσο, ήταν ότι όταν τους δόθηκε η επιλογή να υποστούν ένα ήπιο ηλεκτρικό σοκ αντί να παραμείνουν στη σιωπή, το 67% των ανδρών και το 25% των γυναικών επέλεξαν την ηλεκτροπληξία. Η μελέτη αυτή απέδειξε περίτρανα ότι οι άνθρωποι συχνά προτιμούν οποιοδήποτε εξωτερικό ερέθισμα, ακόμη και ένα επίπονο, προκειμένου να αποφύγουν να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους.
Κοινωνική παρένθετη μητρότητα: Τα media ως υποκατάστατο σχέσεων
Όταν γεμίζουμε τον χώρο μας με φωνές από την τηλεόραση ή από ένα podcast, εφαρμόζουμε ασυνείδητα αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν «κοινωνική παρένθετη μητρότητα» (social surrogacy). Πρόκειται για ένα φαινόμενο κατά το οποίο τα μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας λειτουργούν ως υποκατάστατο της πραγματικής ανθρώπινης επαφής, μειώνοντας το αίσθημα της κοινωνικής απομόνωσης.
Σύμφωνα με μελέτες, όταν οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι, στρέφονται σε συγκεκριμένα τηλεοπτικά προγράμματα. Η σύνδεση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς αναπτύσσουμε μονομερείς, «παρακοινωνικές» σχέσεις με τους παρουσιαστές ή τους χαρακτήρες, νιώθοντας ότι τους γνωρίζουμε προσωπικά. Μάλιστα, έρευνα που δημοσιεύθηκε στο PLOS ONE επιβεβαιώνει ότι οι ακροατές που αναπτύσσουν τέτοιους δεσμούς με οικοδεσπότες εκπομπών αναφέρουν ισχυρότερο αίσθημα σύνδεσης. Δεν είναι οι ώρες της ακρόασης που κάνουν τη διαφορά, αλλά ο συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσεται με τη φωνή στο background.
Η μοναξιά ως βιολογικό σήμα που ζητά απάντηση
Ο κορυφαίος νευροεπιστήμονας Τζον Κατσιόπο, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη της κοινωνικής απομόνωσης, υποστήριξε ότι η μοναξιά λειτουργεί ακριβώς όπως η πείνα ή η δίψα. Αποτελεί ένα βιολογικό, εξελικτικό σήμα συναγερμού που μας προειδοποιεί ότι κάτι χρειάζεται προσοχή και μας παρακινεί να αναζητήσουμε σύνδεση με άλλους ανθρώπους.
Το πρόβλημα στη σύγχρονη εποχή είναι ότι σπάνια αναγνωρίζουμε αυτό το σήμα για αυτό που πραγματικά είναι. Αντί να επιδιώξουμε την ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, επιλέγουμε την εύκολη λύση: «τσιμπάμε» ηχητικά ερεθίσματα. Βάζουμε ένα podcast στο background, ανοίγουμε την τηλεόραση για συντροφιά ή χρησιμοποιούμε υπηρεσίες όπως το Spotify και το YouTube για να γεμίσουμε τη σιωπή. Αυτό το ηχητικό φόντο λειτουργεί ως ένα προσωρινό παυσίπονο για τη μοναξιά, το οποίο όμως δεν θεραπεύει την αιτία. Κατανοώντας αυτή τη λειτουργία, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες και να αντιμετωπίσουμε τα συναισθήματά μας με μεγαλύτερη ειλικρίνεια.
























