Σκέρτσος κατά αντιπολίτευσης: «Φορολογικός λαϊκισμός οι υποσχέσεις για 13ο μισθό και 13η σύνταξη»

Ο Άκης Σκέρτσος ζητά κοστολόγηση των προτάσεων της αντιπολίτευσης, προειδοποιώντας ότι οι μόνιμες παροχές απαιτούν σταθερές πηγές χρηματοδότησης.

Σκληρή επίθεση στην αντιπολίτευση εξαπέλυσε ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, κατηγορώντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης για «φορολογικό λαϊκισμό» και ακοστολόγητες υποσχέσεις σχετικά με την επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο Δημόσιο. Μέσα από εκτενή ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο υπουργός έθεσε στο επίκεντρο τη δημοσιονομική σταθερότητα, υποστηρίζοντας ότι κάθε πρόταση για νέες μόνιμες παροχές οφείλει να συνοδεύεται από σαφές σχέδιο χρηματοδότησης και συγκεκριμένες απαντήσεις για το πού θα βρεθούν οι απαιτούμενοι πόροι.

«Πού θα βρεθούν τα 4 δισ. ευρώ;»

Ο Άκης Σκέρτσος εστίασε στην οικονομική διάσταση των προτάσεων που καταθέτουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, σημειώνοντας ότι η ετήσια δαπάνη για συντάξεις ανέρχεται στα 35,6 δισ. ευρώ και για τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων στα 21,6 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επαναφορά 13ης σύνταξης και 13ου μισθού συνεπάγεται πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως.

Ο υπουργός έθεσε ευθέως το ερώτημα προς όσους υποστηρίζουν τέτοιες παροχές: ποιοι φόροι θα αυξηθούν ή ποιες δαπάνες θα μειωθούν ώστε να εξασφαλιστούν μόνιμα έσοδα αυτού του ύψους. Όπως υπογράμμισε, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στις εξαγγελίες, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και τον τρόπο υλοποίησής τους.

Τα στοιχεία για μερίσματα και επιχειρήσεις

Στην ανάρτησή του ο κ. Σκέρτσος επιχείρησε να αντικρούσει τις προτάσεις για αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα και στις επιχειρήσεις ως μέσο χρηματοδότησης νέων παροχών. Επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τα δημόσια έσοδα από τη φορολογία μερισμάτων αυξήθηκαν από 173 εκατ. ευρώ το 2019 σε 386 εκατ. ευρώ το 2024, παρά τη μείωση του συντελεστή από 10% σε 5%.

Παράλληλα, σημείωσε ότι τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρήσεων ανήλθαν από περίπου 4,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 8,2 δισ. ευρώ το 2025, παρά τη μείωση του φορολογικού συντελεστή από 28% σε 22%. Κατά τον ίδιο, τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι ένα πιο ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον ενισχύει την οικονομική δραστηριότητα, τις επενδύσεις και τελικά τα δημόσια έσοδα.

«Οι μόνιμες δαπάνες χρειάζονται μόνιμα έσοδα»

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός και στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, υπογραμμίζοντας ότι οι μόνιμες παροχές δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται από έκτακτα ή προσωρινά μέτρα. Όπως τόνισε, η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και της αναπτυξιακής πορείας της χώρας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πραγματική οικονομία λειτουργεί με κανόνες ανταγωνιστικότητας και επενδυτικών κινήτρων και όχι με πολιτικές που αυξάνουν τη φορολογική επιβάρυνση, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια επενδύσεων και παραγωγικού κεφαλαίου.

Μήνυμα για «δημοσιονομική σοβαρότητα»

Ο κ. Σκέρτσος κατέληξε υποστηρίζοντας ότι η δημοκρατία προϋποθέτει αντιπαράθεση ιδεών και εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις, όχι όμως υποσχέσεις χωρίς τεκμηρίωση και κοστολόγηση. Υπενθύμισε ότι η ελληνική κοινωνία βίωσε τις συνέπειες ακοστολόγητων πολιτικών κατά την προηγούμενη δεκαετία και προειδοποίησε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επιστροφής σε πρακτικές που θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη δημοσιονομική σοβαρότητα και τον φορολογικό λαϊκισμό βρίσκεται στην ικανότητα ενός πολιτικού φορέα να εξηγεί όχι μόνο τι υπόσχεται, αλλά και με ποιον τρόπο σκοπεύει να το χρηματοδοτήσει.