Μιχαηλίδου: Κοινωνική αντιπαροχή, «Νταντάδες της Γειτονιάς» και στήριξη οικογενειών με ψηφιακό αποτύπωμα

Η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει σε στεγαστικό και δημογραφικό με κοινωνικές κατοικίες, παιδική φροντίδα και στοχευμένες παροχές μέσω ΟΠΕΚΑ.

Η Δόμνα Μιχαηλίδου επιχείρησε να παρουσιάσει μια συνολική εικόνα της κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης, συνδέοντας το στεγαστικό πρόβλημα, τη στήριξη της οικογένειας και τη δημογραφική πίεση σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα: λιγότερα λόγια, περισσότερα εργαλεία εφαρμογής. Και ανεξάρτητα από την κριτική που μπορεί να ασκηθεί για την ταχύτητα ή το εύρος των παρεμβάσεων, είναι σαφές ότι το κυβερνητικό επιτελείο προσπαθεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τις γενικές εξαγγελίες σε συγκεκριμένα προγράμματα με μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Η κοινωνική αντιπαροχή αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Για δεκαετίες, τεράστιες εκτάσεις και ακίνητα του Δημοσίου παρέμεναν εγκλωβισμένα στη γραφειοκρατία, στην εγκατάλειψη ή στις γνωστές ελληνικές «εκκρεμότητες». Τώρα η κυβέρνηση επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή την περιουσία ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο απόθεμα κατοικιών, χωρίς να επιβαρυνθεί εξ ολοκλήρου ο κρατικός προϋπολογισμός.

Τα πρώτα οκτώ ακίνητα της ΔΥΠΑ που περνούν στο υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας λειτουργούν ως πιλοτικό μοντέλο αυτής της πολιτικής. Και το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: το κράτος δεν αρκεί να επιδοτεί την κρίση στέγασης, αλλά οφείλει να παρεμβαίνει ενεργητικά στην προσφορά κατοικίας. Ειδικά σε μια περίοδο όπου τα ενοίκια πιέζουν ασφυκτικά νέους, οικογένειες και χαμηλότερα εισοδήματα.

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το στεγαστικό εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και πολιτικές απειλές της επόμενης δεκαετίας. Γι’ αυτό και επιχειρεί να δημιουργήσει ένα μείγμα πολιτικών: επιδόματα, ανακαινίσεις, κοινωνική αντιπαροχή και αξιοποίηση δημόσιας γης. Το αν αυτά αρκούν είναι μια διαφορετική συζήτηση. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, υπάρχει μια συγκροτημένη προσπάθεια να χτιστεί στεγαστική πολιτική με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά και όχι μόνο με προσωρινές επιδοτήσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η επιμονή της κυβέρνησης στο πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς». Η μεγάλη συμμετοχή που ανακοίνωσε η Δόμνα Μιχαηλίδου δείχνει ότι υπάρχει πραγματική κοινωνική ανάγκη για ευέλικτες μορφές παιδικής φροντίδας, ειδικά για οικογένειες που δεν εξυπηρετούνται από τους παιδικούς σταθμούς ή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος ιδιωτικών λύσεων.

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που επιχειρεί να καλύψει ένα κενό το οποίο επί χρόνια αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το οικογενειακό δίκτυο. Η δυνατότητα συμμετοχής ακόμη και για παππούδες ή γιαγιάδες, υπό προϋποθέσεις και με πιστοποίηση, αποτυπώνει μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Όχι θεωρητικές κατασκευές, αλλά πολιτικές προσαρμοσμένες στον τρόπο που λειτουργεί πραγματικά η ελληνική οικογένεια.

Παράλληλα, η έμφαση στην ψηφιακή διαδικασία, στους ελέγχους και στην πιστοποίηση επιχειρεί να απαντήσει και στις εύλογες ανησυχίες για την ασφάλεια και την ποιότητα των υπηρεσιών. Η κυβέρνηση θέλει να εμφανίσει το πρόγραμμα όχι ως μια πρόχειρη λύση ανάγκης, αλλά ως οργανωμένο θεσμό παιδικής φροντίδας.

Αντίστοιχα, τα προγράμματα του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας και οι παροχές του ΟΠΕΚΑ διατηρούν μια διακριτή αλλά ουσιαστική πολιτική σημασία. Σε μια εποχή αυξημένων οικονομικών πιέσεων, τέτοιες δράσεις λειτουργούν ως δίχτυ προστασίας για χιλιάδες οικογένειες της περιφέρειας και του πρωτογενούς τομέα, οι οποίες συχνά μένουν εκτός του κεντρικού δημόσιου διαλόγου.

Το συνολικό κυβερνητικό αφήγημα είναι πλέον ξεκάθαρο: κοινωνική πολιτική με έμφαση στη στόχευση, στην ψηφιοποίηση και στην αξιοποίηση δημόσιων πόρων που μέχρι χθες παρέμεναν αδρανείς. Και η κυβέρνηση ποντάρει στο ότι οι πολίτες θα αξιολογήσουν όχι μόνο τις προθέσεις, αλλά κυρίως το κατά πόσο αυτές οι παρεμβάσεις θα αρχίσουν να παράγουν απτό αποτέλεσμα στην καθημερινότητά τους.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό πολιτικό στοίχημα δεν είναι οι ανακοινώσεις. Είναι αν ένας νέος άνθρωπος θα μπορέσει να βρει σπίτι, αν μια οικογένεια θα μπορέσει να συνδυάσει εργασία και παιδί και αν το κράτος θα αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά και πιο κοντά στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.