OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Μήνυμα δημοσιονομικής σοβαρότητας και μεταρρυθμιστικής συνέχειας απέναντι στις «ανέξοδες υποσχέσεις» της αντιπολίτευσης.
Η ομιλία του Κυριάκου Πιερρακάκη στο Οικονομικό Επιμελητήριο δεν ήταν μια ακόμη τεχνοκρατική παρέμβαση γεμάτη αριθμούς και οικονομικούς δείκτες. Ήταν ουσιαστικά ένα πολιτικό μανιφέστο για την Ελλάδα που επιχειρεί να αφήσει οριστικά πίσω της την εποχή της χρεοκοπίας και της εθνικής ανασφάλειας. Και ταυτόχρονα μια καθαρή υπενθύμιση ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να επιστρέψει στις ψευδαισθήσεις, τις εύκολες υποσχέσεις και τη δημοσιονομική ανευθυνότητα που την οδήγησαν στο χείλος της καταστροφής.
Ο υπουργός Οικονομίας επέλεξε να μιλήσει για έναν κόσμο σε αναταραχή, για γεωπολιτικές κρίσεις, ενεργειακή αβεβαιότητα και οικονομικούς κινδύνους. Όμως πίσω από τη διεθνή ανάλυση υπήρχε ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: μόνο χώρες με σοβαρότητα, ανθεκτικότητα και σχέδιο μπορούν να επιβιώσουν στη νέα εποχή. Και η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, δείχνει να χτίζει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πιερρακάκης επέμεινε τόσο πολύ στο δημόσιο χρέος. Για την αντιπολίτευση, οι αριθμοί είναι συχνά μια βαρετή λεπτομέρεια μπροστά στη γοητεία των παροχών χωρίς αντίκρισμα. Για μια κυβέρνηση όμως που βίωσε τι σημαίνει οικονομική κατάρρευση, η μείωση του χρέους είναι εθνική άμυνα. Είναι κυριαρχία. Είναι η δυνατότητα μιας χώρας να μη ζει ξανά με δανεικά, επιτροπείες και εξαρτήσεις.
Η πολιτική απάντηση
Η αναφορά του ότι η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση χρέους διεθνώς δεν ήταν επικοινωνιακή υπερβολή. Ήταν πολιτική απάντηση σε όσους ακόμη αντιμετωπίζουν τη δημοσιονομική πειθαρχία περίπου ως ιδεολογική εμμονή. Κι όμως, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι χωρίς σταθερότητα δεν υπάρχουν ούτε κοινωνική πολιτική ούτε ανάπτυξη ούτε εθνική αυτονομία.
Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται και η μεγάλη διαφορά της σημερινής κυβέρνησης από τις λογικές του παρελθόντος. Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να χτίσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, με επενδύσεις, εξαγωγές, τεχνολογία και ψηφιακό μετασχηματισμό. Η αντιπολίτευση, αντίθετα, συχνά μοιάζει εγκλωβισμένη σε ένα πολιτικό λεξιλόγιο προηγούμενων δεκαετιών, λες και η Ελλάδα παραμένει η χώρα των τριπλότυπων, της κρατικής ακινησίας και της οικονομίας των επιδομάτων χωρίς παραγωγή πλούτου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η σχεδόν ειρωνική αποδόμηση της ρητορικής περί «ψηφιακής γραφειοκρατίας». Ο Πιερρακάκης, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον υπουργό, έχει ταυτιστεί με τον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους. Και η αλήθεια είναι αμείλικτη: εκατομμύρια πολίτες βλέπουν καθημερινά μια Ελλάδα που λειτουργεί πολύ διαφορετικά από εκείνη που παρέλαβε η κυβέρνηση το 2019. Οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες, το gov.gr, η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και η μείωση της γραφειοκρατίας δεν είναι θεωρίες· είναι μια καθημερινή εμπειρία που δύσκολα αμφισβητείται πλέον από την κοινωνία.
Γι’ αυτό και η κριτική της αντιπολίτευσης ακούγεται συχνά σαν πολιτικό “φάλτσο”. Όταν ο κόσμος βλέπει το κράτος να αλλάζει, είναι δύσκολο να πειστεί ότι όλα παραμένουν ίδια. Και όταν μια χώρα που πριν λίγα χρόνια αποτελούσε το παράδειγμα προς αποφυγή στην Ευρώπη εμφανίζεται πλέον ως υπόδειγμα ανθεκτικότητας, τότε η καταστροφολογία χάνει τη δύναμή της.
Βεβαίως, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλα λειτουργούν τέλεια. Ο ίδιος ο υπουργός αναγνώρισε ανοιχτά ότι υπάρχουν ακόμη αδυναμίες, ανισότητες και εκκρεμότητες. Όμως η ουσία βρίσκεται αλλού: υπάρχει κατεύθυνση, σχέδιο και πολιτική συνέχεια. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης απέναντι σε μια αντιπολίτευση που συχνά περιορίζεται σε γενικόλογες καταγγελίες χωρίς πειστική εναλλακτική πρόταση.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παρέμβασης Πιερρακάκη ήταν ίσως η προσπάθεια να συνδεθεί η οικονομία με τη γεωπολιτική ισχύ. Σε έναν κόσμο ενεργειακών κρίσεων, πολέμων και διεθνούς αστάθειας, η οικονομική ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς λογιστικό μέγεθος. Είναι εθνική στρατηγική. Και η Ελλάδα επιχειρεί πλέον να παρουσιαστεί όχι ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρώπης, αλλά ως χώρα που συμμετέχει ενεργά στον νέο ευρωπαϊκό σχεδιασμό για ενέργεια, επενδύσεις, τεχνολογία και άμυνα.
Αυτή είναι και η βαθύτερη πολιτική σύγκρουση που διαμορφώνεται για τα επόμενα χρόνια. Από τη μία, μια κυβέρνηση που επενδύει στη σταθερότητα, στις μεταρρυθμίσεις και στη διεθνή αξιοπιστία. Από την άλλη, δυνάμεις που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η πολιτική μπορεί να γίνεται με εύκολες εξαγγελίες, χωρίς κόστος και χωρίς συνέπειες.
Η κοινωνία έχει πια εμπειρία. Και γνωρίζει καλά ποιος λογαριασμός έρχεται πάντα στο τέλος όταν η χώρα παραδίδεται ξανά στον λαϊκισμό.

