OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Νέα νομοθεσία για απαγορεύσεις και κανόνες – Στο στόχαστρο και οι τηλεφωνικές απάτες, με ενίσχυση της επιχειρησιακής δράσης.
Η παρέμβαση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για τα ηλεκτρικά πατίνια δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: η ανοχή τελειώνει και η ασφάλεια μπαίνει πάνω από όλα. Με φόντο τα αυξανόμενα ατυχήματα –πολλά εκ των οποίων αφορούν ανηλίκους– ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη προανήγγειλε σαφή αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, στέλνοντας ένα μήνυμα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: οι δρόμοι δεν είναι χώρος για ανεξέλεγκτη χρήση πατινιών.
Η τοποθέτησή του δεν ήταν απλώς μια ακόμη δήλωση προθέσεων. Ήταν ουσιαστικά προαναγγελία πολιτικής απόφασης. «Δεν μπορεί ο ανήλικος να κυκλοφορεί σε δρόμους», ξεκαθάρισε, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο πλήρους απαγόρευσης. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία: η κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να συγκρουστεί με μια «μόδα» που εξελίχθηκε σε καθημερινό κίνδυνο.
Κενό νόμου και τοπίο θολό
Μέχρι σήμερα, το τοπίο ήταν θολό. Πατίνια παντού, κανόνες στην πράξη ελάχιστοι και έλεγχοι αποσπασματικοί. Η πραγματικότητα στους δρόμους –ιδίως στα αστικά κέντρα– κατέγραφε ένα ιδιότυπο «κενό νόμου», όπου ανήλικοι κινούνταν ανάμεσα σε αυτοκίνητα, χωρίς προστασία, χωρίς εκπαίδευση και συχνά χωρίς καν στοιχειώδη επίγνωση του κινδύνου. Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο.
Η νέα προσέγγιση, όπως την περιέγραψε ο υπουργός, επιχειρεί να βάλει τέλος σε αυτή την κατάσταση. Υποχρεωτικό κράνος, όρια ταχύτητας, σαφείς απαγορεύσεις για ανηλίκους σε οδικό δίκτυο και πιθανή θεσμοθέτηση συγκεκριμένων χώρων κυκλοφορίας – όλα βρίσκονται στο τραπέζι. Πρόκειται για μια λογική «ρύθμισης πριν από την απαγόρευση», με ξεκάθαρο όμως μήνυμα: αν δεν λειτουργήσει, η απαγόρευση θα είναι το επόμενο βήμα.
Και αυτή η στάση δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη στρατηγική που επιχειρεί να επαναφέρει την έννοια της τάξης στον δημόσιο χώρο, όχι ως ιδεολογικό σύνθημα, αλλά ως πρακτική ανάγκη. Γιατί όταν χάνονται ζωές –και μάλιστα παιδιών– η συζήτηση περί «ελευθερίας χρήσης» καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή, ο Χρυσοχοΐδης άνοιξε και ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο μέτωπο: τις τηλεφωνικές απάτες. Εκεί, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Όπως παραδέχθηκε, πρόκειται για «τεράστιο πρόβλημα», με περιπτώσεις που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Ηλικιωμένοι –αλλά και νεότεροι– παραδίδουν περιουσίες σε επιτήδειους, σε ένα φαινόμενο που έχει εξελιχθεί σε οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα.
Η απάντηση
Η απάντηση, σύμφωνα με τον υπουργό, δεν θα είναι μόνο νομοθετική. Ήδη προαναγγέλλεται ενίσχυση της επιχειρησιακής δράσης, με στόχο πιο άμεσες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις. Το μήνυμα είναι σαφές: η ανοχή απέναντι σε τέτοιου είδους εγκληματικότητα μειώνεται, ενώ το βάρος μετατοπίζεται στην πρόληψη και στην ταχεία εξάρθρωση κυκλωμάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας, όπου τα στοιχεία δείχνουν την έκταση αλλά και τη συστηματική αντιμετώπιση του φαινομένου. Οι 22.000 καταγγελίες και οι 12.000 συλλήψεις το 2025 δεν αφήνουν περιθώρια ωραιοποίησης. Ταυτόχρονα, όμως, η ενεργοποίηση εργαλείων όπως το panic button –με 15.000 γυναίκες να το χρησιμοποιούν– καταδεικνύει ότι υπάρχει πλέον ένας μηχανισμός άμεσης προστασίας που λειτουργεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συνολική εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη είναι συγκεκριμένη: λιγότερη ανοχή, περισσότερη παρέμβαση, σαφέστεροι κανόνες. Από τα πατίνια μέχρι την οργανωμένη απάτη και την ενδοοικογενειακή βία, η γραμμή είναι κοινή – και πολιτικά ευδιάκριτη.
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι αν οι παρεμβάσεις είναι αναγκαίες. Είναι. Το ζητούμενο είναι αν θα εφαρμοστούν με συνέπεια και διάρκεια. Γιατί η εμπειρία δείχνει ότι στην Ελλάδα οι νόμοι συχνά εξαντλούνται στη θέσπισή τους. Αν αυτή τη φορά η εφαρμογή ακολουθήσει τη ρητορική, τότε πράγματι θα μιλάμε για ουσιαστική αλλαγή.
Σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση Χρυσοχοΐδη δείχνει ότι η κυβέρνηση επιλέγει να κινηθεί προληπτικά – πριν τα περιστατικά πολλαπλασιαστούν και το κόστος γίνει ακόμη βαρύτερο. Και αυτό, ανεξαρτήτως πολιτικής ανάγνωσης, αποτελεί μια επιλογή με σαφή στόχευση: να επαναφέρει τον έλεγχο εκεί όπου για καιρό κυριαρχούσε η ασάφεια.

