OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Το ΠΑΣΟΚ καταγγέλλει την κυβέρνηση για την ΕΕΤΤ χωρίς τεκμηρίωση, εγείροντας ερωτήματα για θεσμική σοβαρότητα και πολιτική σκοπιμότητα.
Η νέα κοινοβουλευτική παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ για την ΕΕΤΤ επιχειρεί να δημιουργήσει εντυπώσεις «σκανδάλου», αλλά περισσότερο αποκαλύπτει τα όρια μιας αντιπολίτευσης που επενδύει στη σκιά αντί στην τεκμηρίωση. Με βαριές εκφράσεις περί «φωτογραφικών διατάξεων», «σύγκρουσης συμφερόντων» και «θεσμικής αποδυνάμωσης», το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στήνει ένα αφήγημα υψηλών τόνων, χωρίς όμως να προσκομίζει απτά στοιχεία που να το στηρίζουν.
Η τακτική είναι γνώριμη: υπαινιγμοί, συνδέσεις γεγονότων και ερωτήματα που αφήνονται να αιωρούνται, ώστε να παράγεται πολιτικός θόρυβος. Όμως σε ζητήματα που άπτονται της λειτουργίας ανεξάρτητων αρχών και –ακόμη περισσότερο– της ασφάλειας των επικοινωνιών, η ευκολία των καταγγελιών δεν μπορεί να υποκαθιστά την ευθύνη της τεκμηρίωσης. Διαφορετικά, το αποτέλεσμα δεν είναι έλεγχος της εξουσίας, αλλά υπονόμευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Δημιουργία κλίματος αμφισβήτησης
Η επίκληση «νυχτερινών τροπολογιών» και «φωτογραφικών ρυθμίσεων» χωρίς σαφή απόδειξη σκοπιμότητας ή παράβασης του ευρωπαϊκού πλαισίου δείχνει περισσότερο πολιτική πρόθεση παρά ουσιαστική αποκάλυψη. Αντί να παρουσιάζεται συγκεκριμένο παράπτωμα ή παραβίαση κανόνων, επιλέγεται η δημιουργία κλίματος αμφισβήτησης – μια προσέγγιση που ενδέχεται να πλήξει τελικά την ίδια τη θεσμική σταθερότητα που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσπάθεια σύνδεσης διαφορετικών έργων, αποφάσεων και προσώπων σε ένα ενιαίο αφήγημα «συγκρούσεων συμφερόντων», χωρίς σαφή αιτιώδη συνάφεια. Η αναφορά σε ερευνητικά προγράμματα, διοικητικές τοποθετήσεις και συμβουλευτικούς ρόλους γίνεται με τρόπο που αφήνει υπονοούμενα, αλλά αποφεύγει την καθαρή καταγγελία με αποδεικτικά στοιχεία – κάτι που δεν είναι τυχαίο.
Σε ένα πεδίο τόσο κρίσιμο όσο οι τηλεπικοινωνίες και η εποπτεία του ραδιοφάσματος, η υπευθυνότητα επιβάλλει ακρίβεια και σοβαρότητα. Η μετατροπή τεχνικών και διοικητικών ζητημάτων σε πολιτικό εργαλείο αντιπαράθεσης ενέχει κινδύνους: θολώνει την πραγματική εικόνα και υποβαθμίζει τον ουσιαστικό διάλογο για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Τελικά, η παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ περισσότερο επιβεβαιώνει μια αντιπολιτευτική στρατηγική βασισμένη στη γενίκευση και την υπερβολή, παρά αναδεικνύει ένα πραγματικό θεσμικό πρόβλημα. Και αυτό, σε μια περίοδο που η χώρα χρειάζεται καθαρές θέσεις και τεκμηριωμένες προτάσεις, δεν συνιστά απλώς πολιτική αδυναμία – αλλά επιλογή με συνέπειες.

