Χατζηδάκης: Στοχευμένη στήριξη αντί για «διαρροές» ΦΠΑ στην αγορά

Η απόρριψη της οριζόντιας μείωσης του ΦΠΑ από τον Κωστή Χατζηδάκη δεν είναι απλώς μια τεχνοκρατική επιλογή. Είναι μια σαφής πολιτική τοποθέτηση που επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη συζήτηση για την ακρίβεια σε πιο «σκληρά» δημοσιονομικά και διαρθρωτικά δεδομένα. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν απορρίπτει απλώς ένα μέτρο – απορρίπτει μια ολόκληρη λογική διαχείρισης της κρίσης, αυτή των οριζόντιων παρεμβάσεων με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Το επιχείρημα περί του 19% που τελικά φτάνει στον καταναλωτή λειτουργεί ως βασικός άξονας αυτής της στρατηγικής. Και δεν είναι τυχαίο ότι προέρχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος: δίνει στο πολιτικό μήνυμα τον μανδύα της θεσμικής αξιοπιστίας. Στην πράξη, η κυβέρνηση λέει ότι η αγορά –και ειδικά η ελληνική αγορά με τις γνωστές στρεβλώσεις– δεν εγγυάται ότι μια μείωση φόρου θα μετακυλιστεί στον πολίτη. Αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος να απορροφηθεί εν μέρει ή και πλήρως από την αλυσίδα τιμολόγησης.

Αυτό είναι το παραοικονομικό υπόβαθρο της συζήτησης, που σπάνια λέγεται τόσο καθαρά: η αποτελεσματικότητα ενός μέτρου δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του, αλλά από το πόσο «διαπερατό» είναι το σύστημα μέσα από το οποίο περνά. Και εδώ η κυβέρνηση επιλέγει να παραδεχτεί εμμέσως ότι η ελληνική αγορά δεν λειτουργεί πάντα με όρους τέλειου ανταγωνισμού.

Από τις οριζόντιες παρεμβάσεις στα στοχευμένα «καθαρά» μέτρα

Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στις 83 μειώσεις φόρων και εισφορών δεν είναι απλώς απολογιστική. Είναι μια προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα αφήγημα συνέπειας: ότι η στήριξη δεν γίνεται με εντυπωσιακές αλλά αβέβαιες κινήσεις, αλλά με σωρευτικές παρεμβάσεις που ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα με πιο άμεσο τρόπο. Ο μισθός, η απασχόληση, οι εισφορές – αυτά παρουσιάζονται ως τα «καθαρά κανάλια» μέσω των οποίων φτάνει το όφελος στον πολίτη.

Η βιβλική αναφορά στον «καλό Σαμαρείτη» μπορεί να ακούγεται επικοινωνιακή, αλλά κρύβει μια πιο κυνική πολιτική αλήθεια: χωρίς δημοσιονομικό χώρο, καμία πολιτική στήριξης δεν είναι βιώσιμη. Και εδώ η κυβέρνηση επιχειρεί να αντιστρέψει την κριτική. Δεν απολογείται για το ότι δεν δίνει περισσότερα, αλλά υποστηρίζει ότι μπορεί να δίνει επειδή ακριβώς δεν ενέδωσε σε λογικές ανεξέλεγκτων παροχών στο παρελθόν.

Ταυτόχρονα, η επίκληση των πλεονασμάτων και της μείωσης της ανεργίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια «κανονικοποίησης» της οικονομίας. Το μήνυμα είναι ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον σε καθεστώς εξαίρεσης, αλλά κινείται εντός των ευρωπαϊκών κανόνων, με δυνατότητα άσκησης πολιτικής χωρίς δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας, όπου οι αγορές και οι θεσμοί αξιολογούν με μεγαλύτερη αυστηρότητα τις εθνικές πολιτικές.

Σε πολιτικό επίπεδο, η στάση αυτή έχει και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Η απόρριψη της μείωσης του ΦΠΑ λειτουργεί και ως γραμμή άμυνας απέναντι σε μια αντιπολίτευση που επενδύει σε πιο άμεσες, αλλά και πιο κοστοβόρες λύσεις. Η κυβέρνηση επιχειρεί να την τοποθετήσει στο πεδίο της «ευκολίας» και της «δημοσιονομικής χαλαρότητας», διατηρώντας για τον εαυτό της το προφίλ της υπεύθυνης διαχείρισης.

Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει ανοικτό: πόσο πειστικό είναι αυτό το αφήγημα για έναν πολίτη που βλέπει τις τιμές να πιέζουν καθημερινά το εισόδημά του; Η απάντηση δεν θα δοθεί σε επίπεδο δηλώσεων ή μελετών, αλλά στο αν οι στοχευμένες παρεμβάσεις που επικαλείται η κυβέρνηση μπορούν πράγματι να αποτυπωθούν μετρήσιμα στην τσέπη του. Εκεί θα κριθεί, τελικά, όχι μόνο η οικονομική αποτελεσματικότητα της πολιτικής, αλλά και η πολιτική της αντοχή.