OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Ο πρόεδρος του Eurogroup θέτει στο επίκεντρο την αβεβαιότητα και τη διάρκεια της κρίσης – Το δίλημμα για την Ευρώπη μεταξύ δημοσιονομικής πειθαρχίας και στήριξης των πιο ευάλωτων.
Σε σαφή προειδοποίηση για τον κίνδυνο μιας πρωτοφανούς ενεργειακής αναταραχής προχώρησε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη της κρίσης στις διεθνείς αγορές ενέργειας μπορεί να λάβει ιστορικές διαστάσεις, εφόσον παραταθεί η αστάθεια σε κομβικά γεωπολιτικά σημεία. Μιλώντας σε εκδήλωση του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) με συνομιλητή τον Άλφρεντ Κάμερ, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup ανέδειξε ως κρίσιμες μεταβλητές την ένταση και κυρίως τη διάρκεια της κρίσης.
Όπως τόνισε, το ενδεχόμενο παρατεταμένου κλεισίματος στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει στη «μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση στην ιστορία», ξεπερνώντας ακόμη και τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η πιθανή απώλεια προσφοράς ενέργειας σήμερα μπορεί να φτάσει τα 13 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι περίπου 10 εκατ. τότε – μια διαφορά που αποτυπώνει το μέγεθος του κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία.
Η «τέλεια καταιγίδα» στην ενέργεια και το στοίχημα της Ευρώπης
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές, τόσο στις τιμές καυσίμων όσο και στο κόστος ζωής των νοικοκυριών. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η απάντηση των κυβερνήσεων δεν μπορεί να είναι οριζόντια, αλλά «χειρουργικά» στοχευμένη, με προτεραιότητα στα πιο ευάλωτα στρώματα. Όπως σημείωσε, η εμπειρία της κρίσης του 2022 απέδειξε ότι τα μη στοχευμένα μέτρα επιβαρύνουν υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά, χωρίς αντίστοιχη αποτελεσματικότητα.
Σε επίπεδο δημοσιονομικής πολιτικής, τόνισε την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ στήριξης και πειθαρχίας, σε μια περίοδο όπου το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό και τα επιτόκια αυξημένα. Σημείωσε ότι τα σημερινά μέτρα κινούνται κοντά στο 0,2% του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερα από το 2,5% της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, γεγονός που αντανακλά μια πιο συγκρατημένη και στοχευμένη προσέγγιση.
Παράλληλα, ανέδειξε τη βελτιωμένη ανθεκτικότητα της Ευρώπης σε σχέση με το 2022, χάρη στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και τις επενδύσεις σε υποδομές. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η εξάρτηση παραμένει υψηλή, καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να εισάγει περίπου το 57% της ενέργειας που καταναλώνει, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ.
Σε αυτό το πλαίσιο, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη επιτάχυνσης των επενδύσεων σε δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. «Μια πλήρης Ενεργειακή Ένωση θα έχει θετικό αντίκτυπο όχι μόνο στην ενέργεια αλλά και στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Την ίδια στιγμή, εξέφρασε ανησυχία για ενδεχόμενη επιβράδυνση της πράσινης μετάβασης σε ορισμένα κράτη-μέλη, υπογραμμίζοντας ότι η παρούσα κρίση μπορεί να λειτουργήσει είτε ως τροχοπέδη είτε ως επιταχυντής των μεταρρυθμίσεων. Το ζητούμενο, όπως ανέφερε, είναι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα να μην υπονομεύσουν τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές επιλογές της Ευρώπης.
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές ανάπτυξης, ο Πιερρακάκης επανέφερε στο προσκήνιο την ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας και άρσης των εσωτερικών εμποδίων στην ενιαία αγορά. Υπογράμμισε ότι η πλήρης αξιοποίηση της μπορεί να δώσει σημαντική ώθηση στην ευρωπαϊκή οικονομία, ενώ έθεσε ως προτεραιότητα τη δημιουργία «ευρωπαϊκών πρωταθλητών» και την ενίσχυση των οικοσυστημάτων καινοτομίας.
Κλείνοντας, ανέδειξε την ελληνική εμπειρία ως παράδειγμα προσαρμογής σε συνθήκες κρίσης, επισημαίνοντας ότι η πρόοδος βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: πολιτική σταθερότητα, δημοσιονομική εξυγίανση και μεταρρυθμίσεις. Όπως τόνισε, το βασικό στοίχημα για την Ευρώπη είναι η ταχύτητα υλοποίησης των αποφάσεων και η οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε οι στρατηγικές κατευθύνσεις να μετατραπούν σε απτά αποτελέσματα.





