OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Με ακραίους χαρακτηρισμούς και γενικεύσεις, η δήλωσή της ισοπεδώνει θεσμούς και χώρα, επενδύοντας στην ένταση αντί της τεκμηρίωσης.
Σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία για το κράτος δικαίου, η τοποθέτηση της Μαρίας Καρυστιανού ξεχωρίζει όχι για τη νηφαλιότητα ή την τεκμηρίωση, αλλά για την ένταση και τους ακραίους χαρακτηρισμούς. Με ευθείες βολές κατά της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, της αντιπολίτευσης, ακόμη και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η δήλωσή της υιοθετεί μια απόλυτη και ισοπεδωτική προσέγγιση, που περισσότερο δυναμιτίζει τον δημόσιο διάλογο παρά τον ενισχύει.
Η περιγραφή της Ελλάδας ως «κράτος μαφίας» και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «συνεργού διαφθοράς» αποτυπώνει μια ρητορική χωρίς μέτρο. Όταν όλα καταγγέλλονται ως διεφθαρμένα και όλοι παρουσιάζονται ως συνένοχοι, η έννοια της ευθύνης χάνει το νόημά της και η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο ακραίων εντυπώσεων.
Επενδύοντας σε γενίκευση
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μαζική απόδοση ποινικών ευθυνών σε πολιτικούς, θεσμούς και δικαστικές αρχές, χωρίς διακρίσεις και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία. Η γενίκευση αυτή όχι μόνο δεν συμβάλλει στην απονομή δικαιοσύνης, αλλά υπονομεύει την ίδια τη λειτουργία των θεσμών που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.
Η επίκληση υποθέσεων όπως οι παρακολουθήσεις ή ο ΟΠΕΚΕΠΕ εντάσσεται στο ίδιο μοτίβο: όλα συνδέονται μεταξύ τους σε μια ενιαία αφήγηση κρίσης, χωρίς σαφή τεκμηρίωση ή ιεράρχηση. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα συνολικής κατάρρευσης, που όμως δεν συνοδεύεται από καμία ρεαλιστική πρόταση διεξόδου.
Τελικά, η παρέμβαση Καρυστιανού επιβεβαιώνει ένα γνώριμο πρόβλημα του δημόσιου λόγου: η υπερβολή ακυρώνει την αξιοπιστία. Όταν η κριτική ξεπερνά τα όρια της τεκμηρίωσης και μετατρέπεται σε απόλυτη καταγγελία των πάντων, παύει να είναι πειστική και καταλήγει να λειτουργεί ως απλός μηχανισμός εντυπωσιασμού.





