Tης Ζωής Θεοδοσιάδου
Πολιτική επιστήμονας-Ιδρυτικό Μέλος Synergia
Παρά το γεγονός ότι περισσότερο από το 40% των νέων στην Ελλάδα διαθέτει πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών, ένα σημαντικό ποσοστό εξ αυτών, περίπου 30% – 37%, απασχολείται σε θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο εκπαίδευσής του. Η πραγματικότητα αυτή δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική απόκλιση· αποτυπώνει ένα βαθύτερο, διαρθρωτικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας, τη διαχρονικά ασθενή σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Η αναντιστοιχία αυτή συνιστά χρόνιο ζήτημα δημόσιας πολιτικής. Παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των νέων, η αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου παραμένει περιορισμένη. Ενδεικτικά, περίπου το 37% των πτυχιούχων εργαζομένων στην Ελλάδα θεωρείται «υπερεκπαιδευμένο» για τη θέση που κατέχει, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος κυμαίνεται μεταξύ 20% και 22%.
Συνέπεια αυτής της πραγματικότητας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» (brain drain), καθώς οι νέοι επιστήμονες, αδυνατώντας να εξασφαλίσουν θέσεις εργασίας αντάξιες των προσόντων και των προσδοκιών τους στην εγχώρια αγορά, στρέφονται στην αναζήτηση επαγγελματικών ευκαιριών και αξιοκρατικών συνθηκών στο εξωτερικό, στερώντας από τη χώρα ένα από τα πολυτιμότερα αναπτυξιακά της κεφάλαια.
Το πρόβλημα, συνεπώς, υπερβαίνει τα όρια της εκπαίδευσης και αγγίζει τον πυρήνα του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Μια οικονομία που δεν αξιοποιεί αποτελεσματικά το ανθρώπινο δυναμικό της περιορίζει τις δυνατότητες παραγωγικότητας, καινοτομίας και βιώσιμης ανάπτυξης. Υπό αυτό το πρίσμα, η ουσιαστική διασύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας συνιστά στρατηγική προτεραιότητα για την επόμενη δεκαετία.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να διαδραματίσουν τα πανεπιστήμια και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιδίως μέσω της ενίσχυσης της πρακτικής άσκησης. Η πρακτική άσκηση δεν αποτελεί απλώς ένα συμπληρωματικό στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά ένα κρίσιμο εργαλείο ομαλής μετάβασης των νέων στην αγορά εργασίας.
Ωστόσο, στην πράξη, η πρόσβαση σε τέτοιες ευκαιρίες δεν είναι ισότιμη. Πολλοί φοιτητές αδυνατούν να συμμετάσχουν σε προγράμματα πρακτικής άσκησης όταν αυτά δεν συνοδεύονται από αμοιβή. Σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής, οι νέοι καλούνται συχνά να εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους για να καλύψουν βασικές ανάγκες ή να στηρίξουν τις οικογένειές τους.
Για τον λόγο αυτό, η πρακτική άσκηση οφείλει να επαναπροσδιοριστεί ως ουσιαστικό πρώτο βήμα επαγγελματικής ένταξης και όχι ως προαιρετική μαθησιακή δραστηριότητα. Η θεσμοθέτηση αμειβόμενης πρακτικής άσκησης, μέσα από συνέργειες μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και δημόσιων πολιτικών στήριξης, μπορεί να διασφαλίσει ίσες ευκαιρίες για όλους τους νέους, ανεξαρτήτως οικονομικής αφετηρίας. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται όχι μόνο η απασχολησιμότητα, αλλά και η κοινωνική κινητικότητα και η ισότητα ευκαιριών.
Παράλληλα, η πολιτεία καλείται να επενδύσει συστηματικά σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η καινοτομία, η τεχνολογία και η πράσινη οικονομία. Η δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ουσιαστική αξιοποίηση του υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.
Ταυτόχρονα, η καλλιέργεια μιας σύγχρονης κουλτούρας δια βίου μάθησης καθίσταται επιτακτική. Σε ένα περιβάλλον ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, οι γνώσεις που αποκτώνται κατά τη διάρκεια των σπουδών δεν επαρκούν για το σύνολο του επαγγελματικού βίου. Η συνεχής αναβάθμιση δεξιοτήτων αποτελεί πλέον αναγκαία συνθήκη προσαρμογής και εξέλιξης.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πλέον μορφωμένα νεανικά δυναμικά στην Ευρώπη. Το πραγματικό διακύβευμα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι η ποσοτική αύξηση των πτυχιούχων, αλλά η διαμόρφωση ενός παραγωγικού μοντέλου που θα αξιοποιεί ουσιαστικά τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τη δημιουργικότητα των ανθρώπων της.
Εν τέλει, η αποτελεσματική σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Συνιστά επιλογή οικονομικής στρατηγικής, προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και, σε τελευταία ανάλυση, κρίσιμο παράγοντα για τη μακροπρόθεσμη προοπτική της χώρας.





