Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ απορροφά το «όχι» Δούκα, επιχειρώντας ισορροπίες που θολώνουν το μήνυμα και εκθέτουν την πολιτική της καθαρότητα.
Η νέα φόρμουλα του ΠΑΣΟΚ δεν λύνει το πρόβλημα — το μεταθέτει. Αντί για καθαρή πολιτική απόφαση, επιλέγεται η «ενσωμάτωση» του «όχι» σε ένα ευρύτερο κείμενο «εθνικής στρατηγικής». Με άλλα λόγια, αυτό που παρουσιάστηκε ως κεντρικό πολιτικό δίλημμα, μετατρέπεται σε μία παράγραφο μέσα σε ένα πιο γενικό αφήγημα. Όχι ακριβώς ξεκάθαρο μήνυμα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχειρεί να κλείσει το θέμα, αλλά στην πράξη το κρατά ανοιχτό. Από τη μία λέει ότι «το ζήτημα έχει λήξει», από την άλλη αποφεύγει να το θέσει ως αυτόνομη, δεσμευτική πολιτική γραμμή. Και κάπου εκεί αρχίζει η αντίφαση: αν όντως έχει λήξει, γιατί χρειάζεται να «ενσωματωθεί»; Και αν δεν έχει λήξει, γιατί παρουσιάζεται ως δεδομένο;
Απέναντι, ο Χάρης Δούκας μπορεί να κατηγορείται ότι «αναζητά ατζέντα», αλλά πέτυχε κάτι πολύ συγκεκριμένο: ανάγκασε την ηγεσία να τοποθετηθεί — έστω και με μισό βήμα. Το πρόβλημα όμως για την εσωκομματική αντιπολίτευση είναι άλλο: ζητά καθαρότητα, αλλά δεν έχει επιβάλει τους όρους της. Και έτσι, αντί για σαφή γραμμή, προκύπτει ένας συμβιβασμός που βολεύει όλους επικοινωνιακά και δεν δεσμεύει κανέναν ουσιαστικά.
Η υπόθεση της διαγραφής του Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος έρχεται να συμπληρώσει το παζλ. «Διεύρυνση» προς τα έξω, πειθαρχία προς τα μέσα. Ο πρόεδρος δηλώνει ότι δεν θέλει διαγραφές, αλλά τις εφαρμόζει όταν αμφισβητείται η γραμμή. Το μήνυμα είναι σαφές προς το εσωτερικό — λιγότερο όμως προς την κοινωνία, που βλέπει ένα κόμμα να ισορροπεί ανάμεσα σε άνοιγμα και έλεγχο.
Στο τέλος της ημέρας, το ΠΑΣΟΚ δεν απαντά στο βασικό ερώτημα — το παρακάμπτει με πιο σύνθετες διατυπώσεις. Θέλει να δείξει ότι έχει καθαρή στρατηγική, χωρίς να κλείνει καμία πόρτα. Μόνο που στην πολιτική, όταν προσπαθείς να τα έχεις όλα ανοιχτά, καταλήγεις να μην πείθεις για τίποτα συγκεκριμένο.
Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα:
όχι τι λέει το «κείμενο», αλλά ότι κανείς δεν είναι βέβαιος τι πραγματικά ισχύει.





