ΣΤΕΝΑ ΟΡΜΟΥΖ

Κρίση στα Στενά του Ορμούζ: Η Ελλάδα πιέζει για ευρωπαϊκή εγρήγορση πριν το νέο ενεργειακό σοκ

Η Ελλάδα πιέζει για ευρωπαϊκή αντίδραση στην ενεργειακή κρίση από τα Στενά του Ορμούζ, ζητώντας ευελιξία, στοχευμένα μέτρα και αποφυγή γεωπολιτικής εμπλοκής.

Η παρατεταμένη κρίση στα Στενά του Ορμούζ λειτουργεί ως ένα βίαιο crash test για την Ευρώπη και τις αντοχές της απέναντι σε μια νέα ενεργειακή αναταραχή. Η εικόνα είναι γνώριμη, αλλά οι συνθήκες διαφορετικές: η ήπειρος έχει πλέον εμπειρία, αλλά η γεωπολιτική αβεβαιότητα είναι πιο σύνθετη και απρόβλεπτη.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να παίξει έναν ρόλο «επισπεύδοντος» εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι από θέση αδυναμίας, αλλά ακριβώς επειδή η Ελλάδα εμφανίζεται πιο θωρακισμένη σε σχέση με το 2022. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να επαναλάβει τα λάθη της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, καθυστερώντας αντανακλαστικά και αφήνοντας τις αγορές να διαμορφώσουν ανεξέλεγκτα το πεδίο.

Η ελληνική προσέγγιση βασίζεται σε μια ρεαλιστική ανάγνωση της κατάστασης. Από τη μία, η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα εργαλεία υπάρχουν ήδη – η «εργαλειοθήκη» της κρίσης του 2022 δεν είναι θεωρητική, αλλά δοκιμασμένη. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική βούληση σε ευρωπαϊκό επίπεδο παραμένει το ζητούμενο. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η στρατηγική διαφοροποίηση της Αθήνας: πιέζει για προληπτική δράση, όχι εκ των υστέρων διαχείριση.

Ενεργειακή θωράκιση ή ευρωπαϊκή αδράνεια;

Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συνυπολογιστεί το γεγονός ότι η Ευρώπη εμφανίζεται διστακτική στο ενδεχόμενο νέων οριζόντιων παρεμβάσεων, όπως ένα πλαφόν στο φυσικό αέριο. Η επιλογή αυτή, αν τελικά επιβεβαιωθεί, μεταφέρει το βάρος στα κράτη-μέλη, ενισχύοντας τον κίνδυνο ασύμμετρων αντιδράσεων και εσωτερικών ανισορροπιών.

Η Ελλάδα, δια του Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρεί να προλάβει αυτή την εξέλιξη. Το σήμα προς τις Βρυξέλλες είναι διπλό: πρώτον, ότι καμία οικονομία δεν είναι άτρωτη απέναντι σε ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ· δεύτερον, ότι η πολιτική σταθερότητα και η δημοσιονομική πειθαρχία που έχει επιτύχει η χώρα δεν πρέπει να υπονομευθούν από εξωγενείς παράγοντες.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση διατηρεί ενεργό το εσωτερικό της «οπλοστάσιο», με στοχευμένες παρεμβάσεις όπως το πλαφόν σε καύσιμα και βασικά αγαθά, αλλά και με προετοιμασία για πιο δομικές λύσεις, ειδικά στο πεδίο της βιομηχανικής ενέργειας. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη στρατηγική: άμεση ανακούφιση, μεσοπρόθεσμη προσαρμογή, μακροπρόθεσμη θωράκιση.

Ωστόσο, το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι η ισορροπία που επιχειρεί να κρατήσει η Αθήνα στο γεωπολιτικό σκέλος. Παρά την ένταση και τις πιέσεις –ιδίως από τις ΗΠΑ– η Ελλάδα ξεκαθαρίζει ότι δεν προτίθεται να εμπλακεί επιχειρησιακά στην περιοχή των Στενά του Ορμούζ. Η γραμμή είναι σαφής: στήριξη της ναυσιπλοΐας, αλλά χωρίς αλλαγή του πλαισίου της ευρωπαϊκής αποστολής ASPIDES.

Αυτή η επιλογή δεν είναι ένδειξη παθητικότητας, αλλά στρατηγικής αυτοσυγκράτησης. Η Ελλάδα, ως ναυτιλιακή δύναμη, έχει άμεσο συμφέρον στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, αλλά ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να μετατραπεί σε μέρος μιας σύγκρουσης με απρόβλεπτες συνέπειες.

Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας κυβέρνησης που κινείται σε δύο παράλληλα επίπεδα: πιέζει για ευρωπαϊκή αφύπνιση, ενώ ταυτόχρονα «χτίζει» εθνικές άμυνες απέναντι σε ένα ενδεχόμενο παρατεταμένης κρίσης. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα κριθεί όχι μόνο από τις αποφάσεις των Βρυξελλών, αλλά και από τη διάρκεια και την ένταση της ίδιας της κρίσης.