ΤΣΙΠΡΑΣ

«Πολυδιάστατη διπλωματία» Τσίπρα: νέα ρητορική, γνωστές ασάφειες

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως αρχιτέκτονας νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής, αλλά το παρελθόν της διακυβέρνησής του επιστρέφει.

Με αιχμή την εξωτερική πολιτική επιχειρεί ο Αλέξης Τσίπρας να επανέλθει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, παρουσιάζοντας μια υποτιθέμενη «νέα στρατηγική» για τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον. Στην πραγματικότητα όμως, πίσω από τις διακηρύξεις περί «ενεργητικής και πολυδιάστατης διπλωματίας», δύσκολα μπορεί να κρυφτεί η πολιτική αντίφαση ενός πρώην πρωθυπουργού που επιχειρεί να αναθεωρήσει το ίδιο το αποτύπωμα της διακυβέρνησής του.

Ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται σήμερα να κατηγορεί την κυβέρνηση ότι λειτουργεί ως «πρόθυμος και δεδομένος σύμμαχος» των Ηνωμένων Πολιτειών, επιχειρώντας να χαράξει μια δήθεν ενδιάμεση γραμμή ανάμεσα στον φιλοαμερικανισμό της ΝΔ και την αντιδυτική ρητορική της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ωστόσο, η ιστορική μνήμη δεν είναι τόσο βραχεία όσο θα ήθελε ο ίδιος. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε εκείνη που εγκαινίασε την πιο στενή στρατηγική συνεργασία με την Ουάσιγκτον μετά τη Μεταπολίτευση, με αλλεπάλληλες επεκτάσεις της στρατιωτικής συνεργασίας και δημόσιους επαίνους από αμερικανούς αξιωματούχους.

Η αναφορά του ότι «δεν δώσαμε λευκή επιταγή στον Τραμπ» μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια πολιτικής επανατοποθέτησης παρά με ψύχραιμη αποτίμηση των γεγονότων. Διότι επί των ημερών του όχι μόνο αναβαθμίστηκαν οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη χώρα, αλλά η Ελλάδα παρουσιάστηκε από την ίδια την Ουάσιγκτον ως «πυλώνας σταθερότητας» στην Ανατολική Μεσόγειο — μια στρατηγική επιλογή που τότε ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπιζόταν ως εθνικά ωφέλιμη.

Σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως υπέρμαχος μιας εξωτερικής πολιτικής «χωρίς λευκές επιταγές», ασκώντας κριτική για τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη και τη διεύρυνση της στρατιωτικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, η κριτική αυτή συχνά μοιάζει να αγνοεί το γεγονός ότι οι βασικές στρατηγικές επιλογές της χώρας —η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Δύση και η ενίσχυση της παρουσίας της Ελλάδας στο δυτικό στρατηγικό πλαίσιο— αποτελούν διαχρονική κατεύθυνση όλων των κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης της δικής του.

Τελικά, το «νέο δόγμα» που προαναγγέλλει ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται περισσότερο ως μια προσπάθεια πολιτικής επανατοποθέτησης παρά ως ουσιαστική στρατηγική πρόταση. Διότι όταν η ίδια πολιτική δύναμη προσπαθεί ταυτόχρονα να υπερασπιστεί τις επιλογές του παρελθόντος και να τις αποδομήσει, το αποτέλεσμα συνήθως δεν είναι μια νέα στρατηγική — αλλά μια ακόμη άσκηση πολιτικής ισορροπίας.