ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

Μητσοτάκης: Διαχείριση κρίσεων επτά ετών και η νέα δοκιμασία στη γειτονιά της Ελλάδας

Με εμπειρία από πανδημία, Έβρο και ενεργειακή κρίση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να διαχειριστεί τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και τις συνέπειες για Ελλάδα και Κύπρο.

Η πολιτική συχνά κρίνεται στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Υπάρχουν όμως και στιγμές που κρίνεται στις μεγάλες αποφάσεις, εκεί όπου η ευθύνη της διακυβέρνησης δεν αφήνει περιθώρια για συνθήματα ή κομματικές ευκολίες. Σχεδόν επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι. Η κρίση στη Μέση Ανατολή και η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή φέρνουν την Ελλάδα αντιμέτωπη με μια ακόμη γεωπολιτική δοκιμασία.

Δεν είναι η πρώτη φορά. Από το 2019 μέχρι σήμερα η κυβέρνηση κλήθηκε να διαχειριστεί μια αλληλουχία κρίσεων που θα μπορούσαν να λυγίσουν οποιαδήποτε πολιτική ηγεσία. Η πανδημία, η υβριδική πίεση στον Έβρο, η ένταση στο Αιγαίο με το Oruc Reis, η ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Κάθε φορά η Αθήνα βρέθηκε σε θέση άμεσης αντίδρασης, καλούμενη να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία των εθνικών συμφερόντων και τη διατήρηση της σταθερότητας.

Αυτή η εμπειρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη νέα κρίση. Όταν προέκυψε η ανάγκη ενίσχυσης της Κύπρου, η απόφαση για αποστολή ελληνικών δυνάμεων δεν συνοδεύτηκε από ρητορικές εξάρσεις ούτε από κινήσεις εντυπωσιασμού. Αντιθέτως, ελήφθη γρήγορα και μεθοδικά, σε συνεννόηση με τη Λευκωσία, αποτυπώνοντας μια βασική αρχή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: ότι η στήριξη προς την Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί επιλογή συγκυρίας αλλά στρατηγική υποχρέωση.

Η λογική της αποτροπής και όχι της έντασης

Η αποστολή φρεγατών και μαχητικών αεροσκαφών στην Κύπρο είχε έναν σαφή στόχο: να λειτουργήσει αποτρεπτικά και να εκπέμψει μήνυμα σταθερότητας. Όχι να εμπλέξει τη χώρα σε έναν πόλεμο που δεν είναι δικός της, αλλά να υπενθυμίσει ότι η Ελλάδα παραμένει πυλώνας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια κίνηση ισορροπίας ανάμεσα στην αποφασιστικότητα και τη διπλωματική ψυχραιμία.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει ακριβώς αυτή τη γραμμή. Από τη μία πλευρά να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα και η Κύπρος δεν θα εμφανιστούν αδύναμες μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αναταραχής. Από την άλλη, να μην παρασυρθεί σε μια ρητορική κλιμάκωσης που θα μπορούσε να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές του πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής ότι «η Ελλάδα είναι παρούσα με ισχύ όπου την καλεί το εθνικό καθήκον» έχουν ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για μια φράση που συνοψίζει τη φιλοσοφία της σημερινής εξωτερικής πολιτικής: παρουσία, αποτροπή και ταυτόχρονα επιμονή στη διπλωματία.

Από εκεί και πέρα, το πολιτικό μήνυμα είχε και εσωτερικούς αποδέκτες. Σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, όπου η αντιπολίτευση συχνά προσεγγίζει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής με όρους μικροκομματικής αντιπαράθεσης, η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει τη συζήτηση στο πεδίο της ευθύνης. Όχι γιατί η διαφωνία δεν είναι θεμιτή, αλλά γιατί σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης η χώρα χρειάζεται περισσότερο ψυχραιμία παρά πολιτικές κραυγές.

Η επόμενη φάση της κρίσης θα εξαρτηθεί φυσικά από τις διεθνείς εξελίξεις. Η πιθανότητα οικονομικών επιπτώσεων –ιδίως στην ενέργεια και στις μεταφορές– είναι υπαρκτή, όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες διεθνείς κρίσεις. Γι’ αυτό και στο κυβερνητικό επιτελείο υπάρχει ήδη προετοιμασία για πιθανά μέτρα, εφόσον η κατάσταση παραταθεί.

Σε κάθε περίπτωση, η συγκυρία υπενθυμίζει κάτι που συχνά ξεχνά η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση: ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου η σταθερότητα δεν είναι ποτέ δεδομένη. Και σε τέτοιες στιγμές, η εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων αποδεικνύεται ίσως το πιο πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο.