ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

Ο Βενιζέλος ανακάλυψε το «παρακράτος»… μέσω υποκλοπών

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος επιτίθεται με βαριές εκφράσεις για τις υποκλοπές, ενώ η δικαστική απόφαση και οι καταδίκες αποδεικνύουν ότι οι θεσμοί λειτουργούν κανονικά.

Έτσι, ο Ευάγγελος Βενιζέλος αποφάσισε να αναβαθμίσει το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε «υπόδειγμα για τα υψηλά κλιμάκια της Δικαιοσύνης» και να μιλήσει για «θεσμικό έγκλημα» και «συμπράττουσες εκδοχές παρακράτους». Βαρύγδουπες διατυπώσεις, θεσμική ρητορική υψηλής έντασης και – φυσικά – υπαινιγμοί για τη συνταγματική αναθεώρηση και το άρθρο 19.

Μόνο που εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πότε ακριβώς ο κ. Βενιζέλος μετατράπηκε σε υπερκομματικό επιθεωρητή της Δημοκρατίας;
Οι θεσμοί λειτουργούν

Η απόφαση της Δικαιοσύνης για τις υποκλοπές είναι ακριβώς αυτό που ορίζει το κράτος δικαίου: μια δικαστική κρίση, με καταδίκες, χωρίς ελαφρυντικά. Δηλαδή η Δικαιοσύνη λειτούργησε. Δεν κουκουλώθηκε τίποτα, δεν ανεστάλη τίποτα, δεν «έκλεισε» τίποτα με πολιτική εντολή. Το δικαστήριο δίκασε και έκρινε. Αυτό δεν επιβεβαιώνει κατάρρευση θεσμών· επιβεβαιώνει ότι οι θεσμοί λειτουργούν.

Η αναφορά σε «παρακράτος» μοιάζει περισσότερο με ρητορικό πυροτέχνημα παρά με νομικά θεμελιωμένη κατηγορία. Όταν χρησιμοποιούνται τόσο φορτισμένοι όροι χωρίς συγκεκριμένη θεσμική τεκμηρίωση, η συζήτηση μεταφέρεται από το πεδίο της συνταγματικής ανάλυσης στο πεδίο της πολιτικής δραματοποίησης. Και εκεί ο κ. Βενιζέλος είναι έμπειρος.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αιχμή για το Στρασβούργο. Η επίκληση του ευρωπαϊκού δικαστικού ελέγχου ως έμμεση προειδοποίηση προς την εγχώρια πολιτεία συνιστά μια λεπτή – αλλά σαφή – πολιτική πίεση. Όμως σε ένα ώριμο κράτος δικαίου, η ύπαρξη ένδικων μέσων και ευρωπαϊκού ελέγχου δεν είναι απειλή. Είναι θεσμική κανονικότητα.

Αυστηρός παρατηρητής της δημοκρατικής ορθότητας

Η ειρωνεία είναι προφανής: ο ίδιος άνθρωπος που υπηρέτησε επί δεκαετίες στον πυρήνα της εξουσίας, που διαχειρίστηκε κρίσιμες περιόδους με σκληρές θεσμικές επιλογές, εμφανίζεται τώρα ως αυστηρός παρατηρητής της δημοκρατικής ορθότητας. Η μνήμη, όμως, δεν είναι επιλεκτική. Και η θεσμική σοβαρότητα δεν κρίνεται από την ένταση των δηλώσεων, αλλά από τη συνέπεια λόγων και έργων διαχρονικά.

Η Δικαιοσύνη μίλησε. Οι καταδίκες εκδόθηκαν. Το κράτος λειτούργησε. Αν αυτό παρουσιάζεται ως απόδειξη «ανοικτής πληγής», τότε ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους θεσμούς — αλλά στην ανάγκη ορισμένων να διατηρούν διαρκώς την πολιτική θερμοκρασία στο κόκκινο.