Σε μια περίοδο όπου η ενέργεια μετατρέπεται σε καθαρό γεωπολιτικό εργαλείο ισχύος, η Αθήνα περνά από τη θεωρία στην πράξη. Οι συμφωνίες που έχει υπογράψει η Ελλάδα με τη Chevron και την ExxonMobil δεν είναι απλώς επιχειρηματικές κινήσεις. Είναι στρατηγικές τοποθετήσεις με ορίζοντα δεκαετιών.
Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου ξεκαθάρισε ότι τα κοιτάσματα που ερευνώνται «καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας για 30-40 χρόνια». Πρόκειται για εκτίμηση με σαφές πολιτικό και οικονομικό βάρος: ενεργειακή αυτάρκεια, σταθερότητα τιμών, δημοσιονομικό αποτύπωμα.
Η παρουσία της δεύτερης μεγαλύτερης πετρελαϊκής εταιρείας παγκοσμίως σε ελληνικές έρευνες, όπως τόνισε, συνιστά de facto ακύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου. Όταν κολοσσοί τέτοιου μεγέθους επενδύουν δισεκατομμύρια, η τήρηση του διεθνούς δικαίου παύει να είναι ρητορική αναφορά και γίνεται προϋπόθεση λειτουργίας. Οι υδρογονάνθρακες δεν συγχωρούν «φασαρίες»· απαιτούν σταθερότητα, κανόνες και ξεκάθαρες θαλάσσιες ζώνες.
Οι ενεργειακές συμφωνίες, όπως υπογράμμισε ο υπουργός, είναι αποτέλεσμα δεκαετιών προσπαθειών. Δεν πρόκειται για συγκυριακή επιλογή αλλά για πράξη ευθύνης σε ένα ρευστό περιβάλλον. Μετά τη δημοσιονομική αναβάθμιση της χώρας, έρχεται η ενεργειακή και κατ’ επέκταση η γεωπολιτική. Η Ελλάδα μετατρέπεται από περιφερειακό καταναλωτή σε δυνητικό παραγωγό και διαμετακομιστή.
Από τα κοιτάσματα στα δημόσια έσοδα και την κοινωνική συνοχή
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν κοιτάσματα, αλλά αν είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμα. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε μιλάμε για σταθερή ροή δημοσίων εσόδων που θα αφορά όχι μόνο την τρέχουσα γενιά αλλά «τα παιδιά των παιδιών μας». Ένα διαρθρωτικό έσοδο που μπορεί να στηρίξει κοινωνική πολιτική, να ενισχύσει ευάλωτες ομάδες και να χρηματοδοτήσει δράσεις κοινωνικής συνοχής χωρίς δημοσιονομικές ακροβασίες.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στην εξόρυξη. Ο λεγόμενος Κάθετος Διάδρομος εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Ελλάδα επενδύει στη γεωγραφική της θέση, αξιοποιώντας τις υποδομές στην Αλεξανδρούπολη και στη Ρεβυθούσα, μετατρέποντας τη χώρα σε ενεργειακό κόμβο της ΝΑ Ευρώπης.
Στο ίδιο πλαίσιο, η αναφορά στον Ντόναλντ Τραμπ και στη δημιουργία συμβουλίου ενεργειακής κυριαρχίας στις ΗΠΑ δεν ήταν τυχαία. Η ενέργεια αποτελεί πυρήνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η Αθήνα, αντί να παρακολουθεί παθητικά, επέλεξε να ευθυγραμμιστεί στρατηγικά, επιδιώκοντας στενή συνεργασία με την Ουάσιγκτον.
Η συνάντηση της 24ης Φεβρουαρίου στις ΗΠΑ για τον Κάθετο Διάδρομο αποσκοπεί στην επιτάχυνση ρυθμιστικών διαδικασιών και στην εμβάθυνση της διακυβερνητικής συνεργασίας. Στόχος είναι να κλείσουν «παραθυράκια» όπως ο TurkStream και να ενισχυθεί η κοινή ευρωπαϊκή γραμμή για απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: η ενεργειακή στρατηγική δεν είναι απλώς επενδυτικό αφήγημα. Είναι γεωπολιτική τοποθέτηση, οικονομική ασφάλεια και κοινωνικό απόθεμα για τις επόμενες γενιές. Εφόσον τα κοιτάσματα αποδειχθούν αξιοποιήσιμα, η Ελλάδα δεν θα μιλά απλώς για ενεργειακή μετάβαση, αλλά για ενεργειακή κυριαρχία. Και αυτή, σε ένα ασταθές διεθνές σύστημα, ισοδυναμεί με εθνική ισχύ.





