Σε μια συγκυρία όπου το όνομα της Ζωή Κωνσταντοπούλου συνδέεται με σοβαρές καταγγελίες για ηθική παρενόχληση και μη καταβολή δεδουλευμένων, η πρόεδρος της Πλεύση Ελευθερίας επιλέγει να υψώνει θεσμικό ανάστημα στη Βουλή, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για «βίαιη νομοθέτηση» και «κοινοβουλευτικό ξέπλυμα». Η πολιτική αντίφαση είναι εκκωφαντική – και δεν περνά απαρατήρητη.
Η νέα αναφορά εργαζόμενης στην Επιθεώρηση Εργασίας περιγράφει ένα περιβάλλον έντονης ψυχολογικής πίεσης, εξαντλητικών ωραρίων και – κυρίως – πολύμηνης μη καταβολής μισθών. Οι ισχυρισμοί, που μένει να κριθούν από τα αρμόδια όργανα, αγγίζουν τον πυρήνα της εργατικής νομοθεσίας: δεδουλευμένα, αποζημιώσεις, υπαιτιότητα εργοδότη, ενδεχόμενη βλαπτική μεταβολή όρων εργασίας.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι απλώς το περιεχόμενο των καταγγελιών. Είναι η πολιτική τους συγκυρία.
Την ίδια στιγμή που εργαζόμενη καταγγέλλει ότι παρέμεινε απλήρωτη επί μήνες και ζητεί λύση της σύμβασης με υπαιτιότητα εργοδότριας, η κυρία Κωνσταντοπούλου εμφανίζεται στην Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης της Βουλής καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για fast track διαδικασίες στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μιλά για «φωτογραφικές διατάξεις», για «καταστρατήγηση κοινοβουλευτικής λειτουργίας», για «αντισυνταγματικότητα».
Η ειρωνεία είναι σχεδόν δομική.
Όταν η ρητορική περί δικαιωμάτων συγκρούεται με το εργασιακό δίκαιο
Η εργατική νομοθεσία στην Ελλάδα είναι απολύτως σαφής: η μη καταβολή δεδουλευμένων συνιστά σοβαρή παραβίαση, ενεργοποιεί αξιώσεις τόκων υπερημερίας και μπορεί να θεμελιώσει ακόμη και σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τον εργαζόμενο. Εφόσον οι καταγγελίες αποδειχθούν, δεν μιλάμε για «πολιτική διαφωνία», αλλά για ζήτημα τήρησης βασικών κανόνων δικαίου.
Και εδώ ανακύπτει το πολιτικό ερώτημα:
Πόσο πειστικός είναι ο δημόσιος λόγος περί «προστασίας δικαιωμάτων» όταν στο εσωτερικό του ίδιου πολιτικού φορέα καταγγέλλονται συνθήκες εργασιακής πίεσης και καθυστερήσεων μισθοδοσίας;
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έχει οικοδομήσει πολιτικό προφίλ αδιάλλακτης υπερασπίστριας της νομιμότητας. Όμως η νομιμότητα δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Συμβατικές, μισθολογικές, διοικητικές.
Και οι καταγγελίες δεν προέρχονται από πολιτικούς αντιπάλους. Προέρχονται από πρόσωπα που φέρονται να εργάστηκαν στο περιβάλλον της.
Θεσμικός ακτιβισμός ή επιλεκτική ευαισθησία;
Στην κοινοβουλευτική αίθουσα, η κυρία Κωνσταντοπούλου μίλησε για «κοινοβουλευτικό ξέπλυμα» και «βίαιη νομοθέτηση». Επικαλέστηκε ένσταση αντισυνταγματικότητας. Πρόκειται για βαρύτατους όρους, που στο συνταγματικό δίκαιο δεν χρησιμοποιούνται ως ρητορικές κορώνες αλλά ως τεκμηριωμένες αιτιάσεις.
Η κοινοβουλευτική πρακτική επιτρέπει πράγματι διαδικασίες ταχείας επεξεργασίας, εφόσον τηρούνται τα ελάχιστα στάδια διαβούλευσης και συζήτησης. Η πολιτική διαφωνία είναι θεμιτή. Όμως η μετατροπή κάθε διαφωνίας σε «σκανδαλώδη εκτροπή» υποβαθμίζει τον ίδιο τον όρο της αντισυνταγματικότητας.
Την ώρα που εγείρει θεσμικά ζητήματα για διαδικασίες νομοθέτησης, η ίδια καλείται να απαντήσει – όχι πολιτικά, αλλά διοικητικά και νομικά – σε καταγγελίες που αφορούν την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας σε δομές που συνδέονται με το κόμμα της.
Η σύγκρουση εικόνας είναι προφανής:
- από τη μία, η άτεγκτη υπερασπίστρια του κράτους δικαίου·
- από την άλλη, καταγγελίες για συμπεριφορές που – αν αποδειχθούν – παραβιάζουν βασικές εργασιακές εγγυήσεις.
Η σιωπή ως πολιτική επιλογή
Έχουν περάσει ημέρες από τη δημοσιοποίηση των καταγγελιών και δεν έχει υπάρξει επίσημη, αναλυτική απάντηση. Σε ζητήματα που αγγίζουν την προσωπική τιμή και τη λειτουργία πολιτικού φορέα, η σιωπή δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι πολιτική επιλογή.
Σε κάθε κράτος δικαίου ισχύει το τεκμήριο αθωότητας. Οι καταγγελίες πρέπει να διερευνηθούν από τα αρμόδια όργανα. Ωστόσο, η πολιτική λογοδοσία δεν ταυτίζεται με την ποινική καταδίκη. Η δημόσια εικόνα κρίνεται από τη διαφάνεια, την άμεση τοποθέτηση, την παροχή εξηγήσεων.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έχει επιλέξει διαχρονικά υψηλούς τόνους, απόλυτες διατυπώσεις και σκληρή κριτική προς όλους. Όταν όμως η ίδια βρίσκεται στο επίκεντρο καταγγελιών, ο πήχης της τεκμηρίωσης και της καθαρής απάντησης ανεβαίνει ακόμη περισσότερο.
Διότι η πολιτική ηθική δεν είναι μονομερής απαίτηση.
Και ο σεβασμός στα δικαιώματα των εργαζομένων δεν μπορεί να αποτελεί σύνθημα για τα έδρανα και τα μικρόφωνα, αλλά υποχρέωση πρώτα απ’ όλα στον ίδιο τον χώρο ευθύνης.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ζωή Κωνσταντοπούλου θα συνεχίσει να καταγγέλλει «αντισυνταγματικότητες». Το ερώτημα είναι αν θα απαντήσει με την ίδια ένταση και καθαρότητα στις καταγγελίες που αφορούν τη δική της πολιτική και διοικητική πρακτική.





