Με την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου για την υπογραφή των συμβάσεων μίσθωσης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron–Helleniq Energy, η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει καθαρό πολιτικό σήμα: η Ελλάδα δεν παρακολουθεί απλώς τις ενεργειακές εξελίξεις, διεκδικεί ρόλο σε αυτές. Οι παραχωρήσεις για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας φάσης, όπου η γεωπολιτική και η οικονομία διασταυρώνονται με όρους στρατηγικής επιλογής.
Η υπογραφή για τα blocks «Νότια Πελοπόννησος», «Α2», «Νότια της Κρήτης I» και «Νότια της Κρήτης II» δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική πράξη. Συνιστά έμπρακτη επιβεβαίωση ότι η χώρα επανατοποθετείται στον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου. Η συμμετοχή ενός αμερικανικού ενεργειακού κολοσσού, όπως η Chevron, ενισχύει το μήνυμα αξιοπιστίας προς τις αγορές, ενώ η σύμπραξη με την Helleniq Energy προσδίδει εθνικό αποτύπωμα στο εγχείρημα.
Ο κάθετος διάδρομος ως γεωοικονομικό πλεονέκτημα
Το στρατηγικό βάθος της επιλογής δεν περιορίζεται στις έρευνες. Ο λεγόμενος κάθετος διάδρομος φυσικού αερίου, που συνδέει τις υποδομές LNG της χώρας με τους διασυνδετήριους αγωγούς προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, μετατρέπεται σε κρίσιμο εργαλείο. Σήμερα λειτουργεί ως εναλλακτική οδός υποκατάστασης του ρωσικού αερίου, ενόψει της πλήρους απαγόρευσης εισαγωγών από την ΕΕ έως το τέλος του 2027. Αύριο, εφόσον υπάρξουν εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα, μπορεί να καταστεί δίαυλος εξαγωγών ελληνικού αερίου προς τις διεθνείς αγορές.
Η κυβέρνηση επενδύει σε αυτή τη διπλή προοπτική: αφενός ενεργειακή ασφάλεια, αφετέρου δυνητικά εξαγωγική δυναμική. Οι επικείμενες διαβουλεύσεις στην Ουάσινγκτον, με συμμετοχή χωρών της περιοχής και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποσκοπούν στην άρση τεχνικών και κοστολογικών εμποδίων που μέχρι στιγμής περιορίζουν τη μεταφορά ποσοτήτων προς τον Βορρά, με τελικό προορισμό ακόμη και την Ουκρανία. Αν μειωθεί το κόστος μεταφοράς μέσω του ελληνικού συστήματος, ο διάδρομος θα ενισχυθεί θεαματικά.
Η επιλογή αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Η Ευρώπη αναζητά εναλλακτικές πηγές και οδούς εφοδιασμού. Η Ελλάδα, με τις υποδομές LNG και τους διασυνδετήριους αγωγούς, δεν είναι πια απλός τελικός καταναλωτής, αλλά κόμβος. Και η παρουσία του πρωθυπουργού στις υπογραφές σηματοδοτεί ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται ως τεχνοκρατικό, αλλά ως στρατηγικό.
Ορόσημα με υψηλό ρίσκο – και υψηλή προσδοκία
Τα επόμενα βήματα είναι συγκεκριμένα: έναρξη σεισμικών ερευνών προς το τέλος του έτους και ερευνητική γεώτρηση στο «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο από την κοινοπραξία ExxonMobil–Energean–Helleniq Energy. Πρόκειται για την πρώτη γεώτρηση στη χώρα μετά από τέσσερις δεκαετίες και την πρώτη σε μεγάλα θαλάσσια βάθη. Το τεχνικό ρίσκο είναι υπαρκτό· η γεωλογική αβεβαιότητα επίσης. Ωστόσο, χωρίς έρευνα δεν υπάρχει προοπτική ανακάλυψης.
Η κυβέρνηση επιλέγει να κινηθεί σε ένα πεδίο που παραδοσιακά προκαλεί αντιδράσεις. Η κλιματική μετάβαση και οι δεσμεύσεις για απανθρακοποίηση συνυπάρχουν με την ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας. Η Αθήνα επιχειρεί να ισορροπήσει: να στηρίξει τις ΑΠΕ, αλλά ταυτόχρονα να διερευνήσει εγχώριους πόρους που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την οικονομία και να μειώσουν το ενεργειακό έλλειμμα.
Σε πολιτικό επίπεδο, το μήνυμα είναι διπλό. Πρώτον, ότι η χώρα διαθέτει θεσμική σταθερότητα και επενδυτική ασφάλεια ικανή να προσελκύσει διεθνείς παίκτες. Δεύτερον, ότι δεν αποδέχεται παθητικό ρόλο στη διαμόρφωση της ενεργειακής αρχιτεκτονικής της περιοχής. Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν ήταν τυπική. Ήταν δήλωση πολιτικής βούλησης.
Αναμφίβολα, οι εξελίξεις θα κριθούν στην πράξη: από τα σεισμικά δεδομένα, τις γεωτρήσεις, το κόστος μεταφοράς, τις ευρωπαϊκές αποφάσεις. Όμως η εκκίνηση έχει σημασία. Η Ελλάδα επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε γεωοικονομικό πλεονέκτημα. Αν οι προσδοκίες επιβεβαιωθούν, ο κάθετος διάδρομος και τα νέα blocks θα αποτελέσουν ορόσημα όχι μόνο για την ενεργειακή πολιτική, αλλά και για τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη ασφάλειας εφοδιασμού.
Σε μια περίοδο που η ενεργειακή αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, η επιλογή να κινηθεί η χώρα με σχέδιο και διεθνείς συμπράξεις συνιστά στρατηγική επένδυση. Το στοίχημα είναι μεγάλο. Αλλά και το πιθανό όφελος –οικονομικό, γεωπολιτικό και θεσμικό– εξίσου σημαντικό.





