Η επίθεση στον Διοικητή της ΤτΕ και οι αιχμές για τρίτη θητεία αναδεικνύουν θεσμική σταθερότητα από τη μία και πολιτική αμηχανία από την άλλη.
Η νέα ανάρτηση του Αλέξη Τσίπρα κατά του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, με αφορμή τη συνέντευξή του στην «Ομάδα Αλήθειας», φιλοδοξούσε να είναι μια ηχηρή πολιτική παρέμβαση. Τελικά εξελίχθηκε σε μια υπερβολική ρητορική έκρηξη που περισσότερο φωτίζει τις αδυναμίες του ίδιου, παρά πλήττει τον θεσμικό του αντίπαλο.
Με χαρακτηρισμούς περί «παρακράτους», υπαινιγμούς για «διαπιστευτήρια υπακοής» προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και ειρωνείες για «ισόβια θητεία», ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να αμφισβητήσει την ουδετερότητα του Γιάννη Στουρνάρα. Αντί όμως να αποδομήσει τον Διοικητή της ΤτΕ ή να πλήξει την κυβέρνηση, κατέληξε να αναπαράγει τον γνώριμο λαϊκισμό που τον οδήγησε σε διαδοχικές εκλογικές ήττες.
Η ουσία της υπόθεσης δεν βρίσκεται στις βαριές λέξεις. Βρίσκεται στη σύγκριση δύο πολιτικών προσεγγίσεων: από τη μία, η θεσμική συνέχεια και σταθερότητα· από την άλλη, η μόνιμη αναζήτηση εχθρών ως υποκατάστατο πολιτικής πρότασης.
Θεσμική συνέχεια απέναντι στη ρητορική ένταση
Ο Γιάννης Στουρνάρας βρίσκεται επί δώδεκα χρόνια στο τιμόνι της Τράπεζας της Ελλάδος, σε μια περίοδο που περιλάμβανε μνημόνια, capital controls, πανδημία, ενεργειακή κρίση και γεωπολιτική αστάθεια. Η παρουσία του, ανεξαρτήτως πολιτικών διαφωνιών, υπήρξε σταθερή και θεσμικά προβλέψιμη.
Η απόπειρα να παρουσιαστεί ως «πολιτικός κομπάρσος» ή ως παράγοντας «παρακρατικού μηχανισμού» δεν συνιστά τεκμηριωμένη κριτική. Συνιστά ρητορική υπερβολή. Και η υπερβολή, ειδικά όταν στρέφεται κατά ενός κορυφαίου θεσμού, υπονομεύει περισσότερο τον επιτιθέμενο.
Η σκιά του Μητσοτάκη και το σύνδρομο της σύγκρισης
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είτε αρέσει είτε όχι στους πολιτικούς του αντιπάλους, έχει κερδίσει δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις με καθαρή εντολή. Η οικονομία κινείται σε τροχιά επενδυτικής αναβάθμισης, η χώρα έχει ανακτήσει βαθμούς αξιοπιστίας στις αγορές και η σταθερότητα έχει καταστεί κεντρικό πολιτικό αφήγημα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική της οξύτητας και των καταγγελιών μοιάζει περισσότερο με ανακύκλωση παλιών συνταγών. Η επίθεση στον Στουρνάρα, με αιχμές ότι δήθεν επιδιώκει τρίτη θητεία ως αντάλλαγμα «υπακοής», δεν αποδυναμώνει την κυβέρνηση. Αντίθετα, αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα σε μια πολιτική που επενδύει στη σταθερότητα και σε μια ρητορική που επενδύει στη σύγκρουση.
Η ειρωνεία ως πολιτικό υποκατάστατο
Η καταληκτική «ευχή» για ισόβια θητεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ευφυολόγημα. Στην πραγματικότητα, προδίδει αμηχανία. Όταν η πολιτική επιχειρηματολογία εξαντλείται, επιστρατεύεται η ειρωνεία. Όταν δεν υπάρχουν νέα δεδομένα, ανασύρονται παλιές αντιπαραθέσεις.
Η κοινωνία, όμως, δεν αξιολογεί πλέον με όρους 2015. Αξιολογεί με όρους 2026. Και σε αυτούς τους όρους, η σταθερότητα, η θεσμική συνέχεια και η οικονομική κανονικότητα αποτελούν ισχυρό πολιτικό κεφάλαιο.
Η απουσία αυτοκριτικής
Στην εκτενή ανάρτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας υπερασπίζεται συνολικά την περίοδο διακυβέρνησής του. Δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά σε αστοχίες, ούτε μία παραδοχή λανθασμένων εκτιμήσεων. Η σύγκρουση με τον Διοικητή της ΤτΕ παρουσιάζεται ως μάχη «αλήθειας» με «προπαγάνδα».
Η πολιτική ωριμότητα, όμως, μετριέται και από την ικανότητα αυτοκριτικής. Και εδώ αναδεικνύεται το βασικό πρόβλημα: η ρητορική του πρώην πρωθυπουργού παραμένει αμετακίνητη, σαν να μην μεσολάβησαν δύο εκλογικές ήττες.
Το πολιτικό συμπέρασμα
Η επίθεση κατά του Γιάννη Στουρνάρα επιχείρησε να δημιουργήσει εντυπώσεις. Αντί γι’ αυτό, ανέδειξε το έλλειμμα νέου αφηγήματος. Όσο η πολιτική αντιπαράθεση περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς και υπονοούμενα, τόσο ενισχύεται η εικόνα μιας κυβέρνησης που – παρά τις προκλήσεις – εκπέμπει συνέχεια και θεσμική σοβαρότητα.
Στο τέλος της ημέρας, η υπερβολή δεν υποκαθιστά την πρόταση. Και η σύγκρουση χωρίς νέο περιεχόμενο δεν δημιουργεί προοπτική επιστροφής. Αν κάτι πέτυχε αυτή η παρέμβαση, ήταν να υπενθυμίσει πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονται ορισμένοι την πολιτική: ως διαρκή μάχη εντυπώσεων, την ώρα που η κοινωνία ζητά σταθερότητα και αποτέλεσμα.





