Η υπόθεση της τραγωδίας στη Χίο ανέδειξε για ακόμη μία φορά μια βαθιά παθογένεια του δημόσιου διαλόγου γύρω από το μεταναστευτικό: τη συστηματική αντιστροφή ρόλων. Εκεί όπου ο διακινητής βαφτίζεται «θύμα», το κράτος παρουσιάζεται ως θύτης και οι θεσμοί σύρονται στο εδώλιο πριν καν μιλήσει η Δικαιοσύνη. Ο Θάνος Πλεύρης, όμως, αυτή τη φορά δεν ακολούθησε το γνώριμο μοτίβο των χαμηλών τόνων. Επέλεξε τη σύγκρουση. Και τη σύγκρουση μετωπικά.
Η δήλωσή του ότι την υπεράσπιση του φερόμενου ως διακινητή έχει αναλάβει δικηγόρος ΜΚΟ που δραστηριοποιείται στα δικαιώματα προσφύγων δεν ήταν μια τυπική ενημέρωση. Ήταν πολιτική καταγγελία. Όχι για τη νομική υπεράσπιση καθαυτή —αυτή είναι δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου— αλλά για το ιδεολογικό και επιχειρησιακό αδιέξοδο στο οποίο έχουν οδηγηθεί ορισμένες ΜΚΟ, που εμφανίζονται να υπερασπίζονται όχι τα θύματα της διακίνησης, αλλά τους ίδιους τους διακινητές.
Η παρομοίωση του υπουργού ήταν ωμή και σκόπιμα σοκαριστική. Ακριβώς γιατί απηχεί αυτό που αντιλαμβάνεται η κοινωνία: όταν ο «ανθρωπισμός» φτάνει στο σημείο να θολώνει τη διάκριση μεταξύ θύματος και θύτη, τότε δεν πρόκειται για ευαισθησία αλλά για ιδεοληψία. Ή —όπως υπαινίχθηκε ξεκάθαρα ο Πλεύρης— για επάγγελμα.
Η στοχοποίηση του Λιμενικού ως πολιτικό εργαλείο
Ο υπουργός Μετανάστευσης έβαλε στο τραπέζι και κάτι που μέχρι πρότινος λεγόταν χαμηλόφωνα: ότι η συστηματική κατηγορία κατά του Λιμενικού δεν είναι απλώς κριτική, αλλά πολιτική στρατηγική. Όταν κάποιοι μιλούν για «πλοία που περνούν πάνω από βάρκες», χωρίς αποδείξεις και πριν ολοκληρωθεί οποιαδήποτε έρευνα, δεν καταγγέλλουν ένα επιχειρησιακό λάθος. Κατηγορούν ευθέως για δολοφονία.
Η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι αυτό το αφήγημα δεν θα μείνει αναπάντητο. Οι γυναίκες και οι άνδρες του Λιμενικού δεν είναι αποδιοπομπαίοι τράγοι ούτε αναλώσιμοι για να εξυπηρετούνται ιδεολογικά σχήματα. Φυλάνε τα σύνορα, επιχειρούν υπό αντίξοες συνθήκες και εφαρμόζουν το Διεθνές Δίκαιο. Ο Πλεύρης το είπε καθαρά: pushbacks δεν επιτρέπονται και δεν γίνονται. Όταν ένα σκάφος μπει στα ελληνικά χωρικά ύδατα, γίνεται έρευνα και διάσωση. Τελεία.
Αυτό που ενοχλεί συγκεκριμένους κύκλους δεν είναι η παραβίαση κανόνων — είναι η ίδια η έννοια των συνόρων. Και εδώ η κυβέρνηση δεν αφήνει καμία χαραμάδα παρερμηνείας: η προστασία των συνόρων είναι υποχρέωση, όχι επιλογή. Και όσοι προσπαθούν να μετατρέψουν κάθε τραγωδία σε κατηγορητήριο κατά της χώρας, παίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα το παιχνίδι των διακινητών.
ΜΚΟ, εκατομμύρια και προνομιακή ασυλία
Η πιο ενοχλητική —και γι’ αυτό πιο αποκαλυπτική— πλευρά της παρέμβασης Πλεύρη αφορά το χρήμα. Τα 300 εκατομμύρια ευρώ που έχουν λάβει ΜΚΟ δεν είναι παράνομα. Είναι όμως πολιτικά εκρηκτικά. Γιατί καταρρίπτουν τον μύθο της «αγνής ανθρωπιστικής δράσης» και φανερώνουν έναν χώρο που λειτουργεί με όρους αγοράς, συμβάσεων και προνομιακής πρόσβασης.
Οι ΜΚΟ που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο, όπως είπε ο υπουργός, λειτουργούν στην πράξη σαν ιδιωτικές εταιρείες: παρέχουν υπηρεσίες, αμείβονται πλουσιοπάροχα και αποκτούν άμεση πρόσβαση σε δομές και ανθρώπους. Και εδώ ακριβώς έρχεται το νέο αυστηρό πλαίσιο: αν αποδειχθεί ότι μέλος ΜΚΟ εμπλέκεται σε διακίνηση, η ποινή θα είναι βαρύτερη. Όχι εκδικητικά. Αλλά γιατί η κατάχρηση προνομιακής θέσης είναι βαρύτατο αδίκημα.
Αυτή η διάταξη έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Όχι όμως από την κοινωνία. Από έναν συγκεκριμένο κύκλο που έχει μάθει να λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, με ηθικό πλεονέκτημα αυτοανακηρυγμένο και πολιτική ασυλία άτυπη. Ο Πλεύρης βάζει τέλος σε αυτή την ιδιότυπη εξαίρεση.
Η κυβέρνηση δεν επιτίθεται στον ανθρωπισμό. Επιτίθεται στην υποκρισία. Και ξεκαθαρίζει ότι άλλο η προστασία των προσφύγων και άλλο η κάλυψη των κυκλωμάτων. Άλλο η αλληλεγγύη και άλλο το εμπόριο ενοχής εις βάρος της χώρας.
Η υπόθεση της Χίου θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη. Όμως μέχρι τότε, το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα δεν θα απολογείται επειδή φυλάει τα σύνορά της. Και δεν θα επιτρέπει σε κανέναν —ούτε σε ΜΚΟ, ούτε σε πολιτικούς χώρους— να βαφτίζουν τον διακινητή «θύμα» και το κράτος «ένοχο». Σε αυτή τη γραμμή, ο Θάνος Πλεύρης δεν απλώς μίλησε. Τράβηξε γραμμή. Και αυτή τη φορά, δεν φαίνεται διατεθειμένος να την πάρει πίσω.





