ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

Από τις Belharra στη νέα στρατηγική συμφωνία: Αθήνα–Παρίσι θωρακίζουν τη συμμαχία τους σε μια αβέβαιη εποχή

Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τη Γαλλίδα υπουργό Ενόπλων Δυνάμεων Κατρίν Βοτρέν στο Μέγαρο Μαξίμου δεν ήταν μια τυπική διπλωματική ανταλλαγή φιλοφρονήσεων. Ήταν μια πολιτική δήλωση ουσίας, με αποδέκτη τόσο το εσωτερικό όσο και το διεθνές ακροατήριο, σε μια περίοδο που οι σταθερές της ευρωπαϊκής ασφάλειας επαναπροσδιορίζονται με ταχύτητα.

Η Ελλάδα και η Γαλλία έχουν ήδη οικοδομήσει μια από τις πιο στέρεες διμερείς στρατηγικές σχέσεις στην Ευρώπη. Η παράδοση της πρώτης φρεγάτας Belh@rra, του «Κίμωνα», δεν αποτελεί απλώς εξοπλιστικό ορόσημο, αλλά απτή απόδειξη ότι η αμυντική συνεργασία δεν μένει στα χαρτιά. Μεταφράζεται σε πραγματικές δυνατότητες αποτροπής, σε επιχειρησιακή αναβάθμιση και σε πολιτικό κεφάλαιο για τη χώρα.

Σε αντίθεση με την εύκολη ρητορική περί «αγορών όπλων», η κυβέρνηση επιμένει να εντάσσει τις αμυντικές συμφωνίες σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο. Η ανανέωση της Συμφωνίας Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης του 2021 δεν αφορά μόνο την προμήθεια μέσων, αλλά την εμβάθυνση μιας συμμαχίας που περιλαμβάνει ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής, κοινό στρατηγικό σχεδιασμό και συνεργασίες μεταξύ αμυντικών βιομηχανιών. Πρόκειται για μια επιλογή που ενισχύει την αυτονομία και το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας, σε μια Ευρώπη που αναζητά νέο ρόλο στον τομέα της ασφάλειας.

Στρατηγική συμμαχία με βάθος και διάρκεια

Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από ρευστότητα, αβεβαιότητα και πολλαπλές εστίες έντασης. Σε αυτό το σκηνικό, η Αθήνα επιλέγει να επενδύσει σε αξιόπιστες συμμαχίες και όχι σε ευχολόγια ή σε μια αμυντική πολιτική χαμηλών προσδοκιών. Η στενή συνεργασία με το Παρίσι λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη θέση της χώρας εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά του πρωθυπουργού στις συνέργειες των αμυντικών βιομηχανιών. Σε μια εποχή που η Ευρώπη συζητά την επανεκκίνηση της αμυντικής της παραγωγής, η Ελλάδα δεν θέλει να είναι απλός πελάτης, αλλά ενεργός εταίρος. Η συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας σε προγράμματα υψηλής τεχνολογίας αποτελεί στρατηγική επένδυση, με οικονομικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις.

Το μήνυμα είναι σαφές: η εξωτερική και αμυντική πολιτική δεν ασκείται με συνθήματα, αλλά με σχέδιο, συνέπεια και συμμαχίες βάθους. Και σε μια περίοδο που πολλοί αναζητούν εύκολες απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα, η επιλογή της κυβέρνησης να θωρακίσει τη χώρα μέσα από ισχυρές στρατηγικές εταιρικές σχέσεις δείχνει πολιτική ωριμότητα και επίγνωση των πραγματικών διακυβευμάτων.