Η δημόσια παρέμβαση του Μάκη Βορίδη στο ΕΡΤnews λειτούργησε ως καθαρό πολιτικό σήμα προς πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα: προς τα σενάρια νέων κομμάτων, προς μια αντιπολίτευση που αναζητά ρόλο και ταυτότητα, αλλά και προς το εκλογικό σώμα που προβληματίζεται για το τι ακολουθεί μετά τις κάλπες. Με αιχμηρό αλλά θεσμικό λόγο, ο πρώην υπουργός της ΝΔ επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της κυβερνησιμότητας, επιχειρώντας να αποδομήσει πολιτικές πρωτοβουλίες που, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, βασίζονται περισσότερο στο συναίσθημα παρά σε συγκροτημένο σχέδιο εξουσίας.
Η αναφορά του στο ενδεχόμενο πολιτικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού δεν ήταν τυχαία. Ο κ. Βορίδης φρόντισε να διαχωρίσει με σαφήνεια τον ανθρώπινο σεβασμό απέναντι σε μια μητέρα που έχει βιώσει μια τραγική απώλεια, από την αυστηρή πολιτική αξιολόγηση που απαιτείται όταν κάποιος φιλοδοξεί να εισέλθει στο πεδίο της πολιτικής. Το βασικό του επιχείρημα ήταν απλό αλλά κρίσιμο: χωρίς ξεκάθαρη πολιτική ταυτότητα και πλήρες πρόγραμμα, κανένα νέο κόμμα δεν μπορεί να κριθεί σοβαρά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στις μέχρι τώρα αποσπασματικές τοποθετήσεις που έχουν καταγραφεί, από τις αμβλώσεις μέχρι τα ελληνοτουρκικά και την ιδέα δημοψηφισμάτων για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται, όπως άφησε να εννοηθεί, για θέσεις που δεν είναι «ουδέτερες» και δεν λειτουργούν ενωτικά. Αντίθετα, ανοίγουν βαθιές ιδεολογικές τομές και υποχρεώνουν τους πολίτες να πάρουν σαφή θέση, κάτι που συχνά αποδομεί τη δυναμική προσώπων που αρχικά συσπειρώνουν γύρω τους ένα γενικό αίτημα δικαίωσης.
Σταθερότητα ή πολιτική πολυδιάσπαση;
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική του στις δημοσκοπήσεις, τις οποίες χαρακτήρισε υποθετικές όταν αφορούν κόμματα και σχήματα χωρίς σαφές πολιτικό περίγραμμα. Το μήνυμα ήταν σαφές: η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός δημοφιλίας, αλλά πεδίο σύγκρουσης προγραμμάτων και θέσεων που δοκιμάζονται στον χρόνο.
Από εκεί και πέρα, ο κ. Βορίδης επανέλαβε τη σταθερή γραμμή της Νέας Δημοκρατίας υπέρ των αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Όχι ως ιδεολογική εμμονή, αλλά ως όρο αποτελεσματικότητας και ταχύτητας στη λήψη αποφάσεων. Σε μια συγκυρία όπου, όπως σημείωσε, η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη και χωρίς ενιαίο προγραμματικό λόγο, η αυτοδυναμία παρουσιάζεται ως εγγύηση σταθερότητας.
Η αναφορά του στη μεταναστευτική πολιτική ήταν ενδεικτική. Η κυβέρνηση, είπε, έχει λάβει σαφείς αποφάσεις και έχει θεσπίσει αυστηρό πλαίσιο. Το ερώτημα προς τα άλλα κόμματα παραμένει αναπάντητο: συμφωνούν ή διαφωνούν και, κυρίως, τι προτείνουν ως εναλλακτική; Η σιωπή ή η ασάφεια, κατά την κυβερνητική οπτική, δεν συνιστούν πρόταση εξουσίας.
Στο μέτωπο των μετεκλογικών συνεργασιών, ο πρώην υπουργός άφησε ανοιχτό το κρίσιμο ζήτημα, υπογραμμίζοντας ότι όταν «κανείς δεν θέλει να συνεργαστεί με κανέναν», τότε η αυτοδυναμία παύει να είναι απλώς επιλογή και μετατρέπεται σε προϋπόθεση κυβερνησιμότητας.
Τέλος, η σφοδρή του κριτική στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τη συμπεριφορά της στη Βουλή δεν είχε μόνο κοινοβουλευτικό χαρακτήρα. Η σύγκριση με σκοτεινές περιόδους του παρελθόντος λειτουργεί ως προειδοποίηση: η ένταση, οι ύβρεις και η απαξίωση θεσμών μπορεί να προσφέρουν πρόσκαιρη δημοσιότητα, αλλά υπονομεύουν συνολικά την ποιότητα της δημοκρατίας. Και σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μόνος σταθερός πόλος.





