Μητσοτάκης Υπουργικό

Ψήφος αποδήμων, «βαθύ κράτος» και σταθερότητα: Πώς ο Μητσοτάκης παίζει σε εθνικό ταμπλό

Η πρόταση για τη δημιουργία Ειδικής Τριεδρικής Περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού δεν είναι απλώς μια θεσμική καινοτομία. Είναι μια κίνηση με σαφές πολιτικό, παραπολιτικό και παραοικονομικό αποτύπωμα, που δείχνει ότι το Μαξίμου επιχειρεί να κλείσει ανοιχτούς λογαριασμούς δεκαετιών με τον ελληνισμό του εξωτερικού, αλλά και να διαμορφώσει όρους πολιτικής σταθερότητας σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, φέρνοντας το θέμα στο υπουργικό συμβούλιο, έδωσε το στίγμα: πρόκειται για «αυτονόητη εθνική επιλογή πέρα και πάνω από κομματικά τείχη». Το μήνυμα προς τα κόμματα είναι ξεκάθαρο και ταυτόχρονα πιεστικό. Όλοι κατά καιρούς έχουν δηλώσει υπέρ της διευκόλυνσης των αποδήμων· τώρα ήρθε η ώρα να βρεθούν και οι 200 ψήφοι που απαιτεί το Σύνταγμα, χωρίς υπεκφυγές και μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η ουσία της πρότασης είναι πολιτικά καθαρή: πλήρης ισότητα ψήφου, με σταυροδοσία και δυνατότητα επιλογής συγκεκριμένου βουλευτή από τους Έλληνες του εξωτερικού. Οι έδρες Επικρατείας επιστρέφουν στις 12, το όριο του 3% παραμένει αμετάβλητο και δεν αλλάζει η κατανομή των υπόλοιπων εδρών. Με άλλα λόγια, δεν «πειράζεται» ο εκλογικός χάρτης, κάτι που αφαιρεί βασικά επιχειρήματα από όσους θα ήθελαν να μπλοκάρουν τη ρύθμιση.

Από τη θεσμική τόλμη στη γεωπολιτική ανάγνωση

Στο παρασκήνιο, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η επιστολική ψήφος και η τριεδρική περιφέρεια αποδήμων ενισχύουν τη συμμετοχή ενός δυναμικού, παραγωγικού και συχνά οικονομικά ισχυρού τμήματος του ελληνισμού. Πρόκειται για μια έμμεση αλλά σαφή γέφυρα με την ελληνική διασπορά, που έχει ρόλο όχι μόνο εκλογικό αλλά και επενδυτικό, ειδικά σε μια περίοδο όπου η χώρα επιδιώκει κεφάλαια, τεχνογνωσία και διεθνή δικτύωση.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός συνέδεσε το θέμα με το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο. Σε «ταραγμένους καιρούς», όπως είπε, δεν αρκούν μόνο οι αξίες, αλλά απαιτείται και «η αξία της ισχύος». Η πολιτική σταθερότητα παρουσιάζεται ως εθνικό πλεονέκτημα, την ώρα που σε άλλες χώρες παρατηρείται διάλυση κομματικών σχηματισμών και θεσμική αστάθεια.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το νομοσχέδιο Χατζηδάκη για το λεγόμενο «βαθύ κράτος». Η κατάργηση πιστοποιητικών, η αντικατάστασή τους με υπεύθυνες δηλώσεις και το τέλος σε ιστορικά παράδοξα τύπου… οθωμανικών φιρμανιών δεν είναι απλώς γραφειοκρατικές λεπτομέρειες. Είναι σήμα προς την κοινωνία και την αγορά ότι το κράτος, έστω σταδιακά, μαθαίνει να εμπιστεύεται τον πολίτη και να μειώνει το διοικητικό κόστος.

Το ίδιο αφήγημα συνεχίζεται και στο κοινωνικό πεδίο, με παρεμβάσεις κατά του κατακερματισμού της κοινωνικής πολιτικής, αλλά και στο καθαρά οικονομικό μέτωπο. Οι μειώσεις φόρων και ο μηδενισμός φόρου εισοδήματος για νέους κάτω των 25 ετών παρουσιάζονται ως απάντηση στην ακρίβεια, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.

Συνολικά, το πακέτο πρωτοβουλιών δείχνει μια κυβέρνηση που επενδύει στη θεσμική συνέχεια, στη σταθερότητα και σε ένα αφήγημα «κανονικότητας» με εθνικό βάθος. Το αν η αντιπολίτευση θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων στο θέμα των αποδήμων, μένει να φανεί. Το πολιτικό στοίχημα, πάντως, έχει ήδη τεθεί.