Υπάρχουν υποθέσεις που για χρόνια λειτουργούν ως εύκολα συνθήματα, αλλά ελάχιστα ως πεδίο ουσιαστικής λύσης. Τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο ήταν μία από αυτές. Χιλιάδες δανειολήπτες εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε συναλλαγματικό κίνδυνο, δικαστικές εκκρεμότητες και πολιτικές υποσχέσεις που ανακυκλώνονταν χωρίς αποτέλεσμα. Μέχρι που το ζήτημα πέρασε από το επίπεδο της καταγγελίας στο επίπεδο της ρύθμισης.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο που ενεργοποιείται τις επόμενες εβδομάδες δεν φιλοδοξεί να χαϊδέψει αυτιά. Φιλοδοξεί να κλείσει μια πληγή. Οι τράπεζες ξεκινούν την ενημέρωση όλων των δανειοληπτών, χωρίς εξαιρέσεις, και η πλατφόρμα της Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους έρχεται για να δώσει συγκεκριμένες επιλογές εξόδου από τον επιτοκιακό και συναλλαγματικό εφιάλτη. Όχι με γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά με αριθμούς, κριτήρια και χρονικά όρια.
Η ουσία της ρύθμισης βρίσκεται ακριβώς εκεί που ο λαϊκισμός συνήθως αποφεύγει να σταθεί: στη διαφοροποίηση. Άλλο ο οικονομικά ευάλωτος δανειολήπτης, άλλο εκείνος με υψηλά εισοδήματα. Κουρέματα ισοτιμίας από 50% έως 15%, επιτόκια που κινούνται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα από το παρελθόν και σαφής σύνδεση των ευνοϊκών όρων με την πραγματική οικονομική δυνατότητα του καθενός. Αυτή δεν είναι «χαριστική ρύθμιση». Είναι στοχευμένη πολιτική παρέμβαση.
Από το δικαστήριο στη λύση
Για χρόνια, το πολιτικό αφήγημα γύρω από το ελβετικό φράγκο τροφοδοτούσε την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα θα λυθεί αποκλειστικά στις αίθουσες των δικαστηρίων. Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε πιο σκληρή. Αντικρουόμενες αποφάσεις, αβεβαιότητα και χρόνος που περνούσε εις βάρος όλων. Το νέο πλαίσιο θέτει ένα καθαρό δίλημμα: ρύθμιση με συγκεκριμένο όφελος και καθαρό ορίζοντα ή συνέχιση της αβεβαιότητας.
Το πολιτικό μήνυμα εδώ είναι σαφές. Η κυβέρνηση δεν υπόσχεται μαγικές λύσεις, αλλά αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος μιας συνολικής διευθέτησης. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι κάποιοι θα χρειαστεί να αποδεχθούν μικρότερο «κούρεμα» ή υψηλότερο επιτόκιο. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν ταυτίζεται με την οριζόντια εξίσωση προς τα κάτω.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι τράπεζες θα χρειαστούν χρόνο για να αποτιμήσουν το τελικό κόστος – που, στη μέγιστη έκταση, μπορεί να ξεπεράσει τα 600 εκατ. ευρώ. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν μιλάμε για επικοινωνιακό τέχνασμα, αλλά για παρέμβαση με πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα.
Η υπόθεση του ελβετικού φράγκου οδεύει προς το τέλος της θεσμικά το φθινόπωρο του 2026. Το ερώτημα δεν είναι πια αν υπάρχει λύση. Είναι αν όσοι επένδυσαν πολιτικά στην ένταση και στη δικαστική εκκρεμότητα θα αποδεχθούν ότι, τελικά, η σοβαρή πολιτική δεν φωνάζει – ρυθμίζει.
Και αυτό, για μια χώρα που πλήρωσε ακριβά την απουσία ρεαλισμού, ίσως είναι το πιο ουσιαστικό μήνυμα της υπόθεσης.





