Η εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη στο τραπέζι του διαλόγου με τους αγρότες δεν ήταν απλώς μια ακόμη κυβερνητική συνάντηση διαχείρισης κρίσης. Ήταν μια συνειδητή πολιτική επιλογή: να μπει τέλος σε έναν κύκλο έντασης που, όπως παραδέχθηκε ανοιχτά ο ίδιος ο πρωθυπουργός, δεν ωφέλησε τελικά κανέναν. Ούτε τους αγρότες, ούτε την κοινωνία, ούτε –σε τελική ανάλυση– την ίδια την παραγωγική οικονομία της χώρας.
Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο από την αρχή. Ο πρωθυπουργός δεν πήγε στη συνάντηση με τη λογική της επιβολής ή των εύκολων υποσχέσεων. Αντίθετα, έθεσε ένα πλαίσιο ειλικρίνειας: δεν είναι όλα εφικτά, δεν μπορούν όλα να ικανοποιηθούν, αλλά όσα είναι δίκαια και δημοσιονομικά ανεκτά μπαίνουν στο τραπέζι χωρίς υπεκφυγές. Σε μια περίοδο όπου ο λαϊκισμός επενδύει συστηματικά στη σύγκρουση και στο «όλα ή τίποτα», αυτή η στάση από μόνη της αποτελεί πολιτική διαφοροποίηση.
Η κυβέρνηση, άλλωστε, δεν προσήλθε με άδεια χέρια. Οι παρεμβάσεις στο αγροτικό ρεύμα, η επιστροφή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης απευθείας στην αντλία –ένα αίτημα που επί χρόνια ακουγόταν χωρίς αποτέλεσμα– και η στήριξη τιμών σε καλλιέργειες που πιέζονται, δεν είναι θεωρητικές εξαγγελίες. Είναι συγκεκριμένες κινήσεις, μετρήσιμες και εφαρμόσιμες, που δείχνουν ότι το κράτος μπορεί να λειτουργεί όχι μόνο ως ρυθμιστής, αλλά και ως αρωγός της πρωτογενούς παραγωγής.
Ρεαλισμός αντί για συνθήματα
Η αναφορά του πρωθυπουργού στο γεγονός ότι η συνάντηση έπρεπε ίσως να είχε γίνει νωρίτερα δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μια έμμεση, αλλά σαφής, αναγνώριση ότι η ένταση δεν είναι πάντα αναπόφευκτη και ότι ο διάλογος –όταν γίνεται έγκαιρα– προλαμβάνει αδιέξοδα. Σε αντίθεση με εκείνους που ποντάρουν στην κλιμάκωση, στα μπλόκα και στη διαρκή σύγκρουση για μικροπολιτικά οφέλη, η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στη συνεννόηση.
Ταυτόχρονα, η στάση Μητσοτάκη έθεσε και ένα όριο: η κοινωνία θέλει να προχωρήσει μπροστά. Τα αιτήματα των αγροτών είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένα, αλλά δεν μπορούν να εξετάζονται αποκομμένα από τις αντοχές της οικονομίας και τις ανάγκες των υπόλοιπων κοινωνικών ομάδων. Αυτή η ισορροπία –ανάμεσα στη στήριξη και στη δημοσιονομική ευθύνη– είναι που ξεχωρίζει τη διαχείριση από τον εύκολο εντυπωσιασμό.
Στο παρασκήνιο, βέβαια, δεν λείπουν εκείνοι που θα ήθελαν τη σύγκρουση να συνεχίζεται. Γιατί η ένταση τρέφει τον λαϊκισμό και η οργή γίνεται πολιτικό καύσιμο. Όμως το μήνυμα από το Μέγαρο Μαξίμου ήταν σαφές: η κυβέρνηση δεν επενδύει στο χάος, αλλά στη λύση.
Η συνάντηση με τους αγρότες δεν έκλεισε όλα τα μέτωπα. Άνοιξε, όμως, έναν δρόμο πιο δύσκολο αλλά πιο ουσιαστικό: αυτόν του διαλόγου χωρίς ψευδαισθήσεις, αλλά και χωρίς αδιαφορία. Και σε μια χώρα που έχει πληρώσει ακριβά τις εύκολες υποσχέσεις, αυτό από μόνο του είναι μια πολιτική επιλογή με βάρος.





