Ανδρουλάκης

Ο Ανδρουλάκης καταγγέλλει, αναρωτιέται, αλλά μήπως ξεχνάει τις λύσεις

Καταγγελίες, υπερβολές και θεωρητική ευθυκρισία χωρίς ρεαλισμό. Ο Ανδρουλάκης υπόσχεται “καθαρό αέρα” ενώ η πολιτική του μοιάζει τηλεοπτική παράσταση.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίζεται σαν ο παντογνώστης κριτής της κυβέρνησης, με φράσεις όπως «η χώρα χρειάζεται καθαρό αέρα στα πανιά της», σα να μιλά για ιστιοπλοΐα και όχι για πολιτική. Η ακρίβεια, τα ενοίκια, η δημόσια υγεία και η παιδεία γίνονται όπλα ενός λόγου που συνδυάζει υπερβολή και δηκτικό ύφος, χωρίς να αναφέρεται σε λεπτομέρειες για το πώς ακριβώς θα αλλάξει τα δεδομένα. Ο λόγος του μοιάζει με τηλεοπτικό σποτ μεγάλου μήκους: εντυπωσιακό, αλλά με λίγη ουσία για το κοινό που θέλει πράξεις.

Στις αγροτικές κινητοποιήσεις και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εκτοξεύει δηκτικές ερωτήσεις και παρατηρήσεις, όπως «αυτά είναι αστειότητες» ή «πού αλλού στην Ευρώπη;». Η κριτική του είναι ακριβής, αλλά η ρητορική θυμίζει περισσότερο πανηγυρικό σχόλιο παρά στρατηγικό σχέδιο: κατηγορεί, αναρωτιέται, υποδεικνύει παραλείψεις, αλλά δεν φαίνεται να προσφέρει σαφή βήματα εφαρμογής. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό σόου σοβαρής εντύπωσης χωρίς χειροπιαστά εργαλεία.

Η συμφωνία Mercosur και οι υποκλοπές γίνονται οι κεντρικές πλατφόρμες για την επίθεση στον Πρωθυπουργό. Οι Ιταλοί διαπραγματεύονται και κερδίζουν δισεκατομμύρια, εμείς «τίποτα», ενώ ταυτόχρονα η υπόθεση των υποκλοπών περιγράφεται ως θεσμική εκτροπή. Ο λόγος του Ανδρουλάκη είναι δηκτικός, η εικόνα ισχυρή, αλλά η συνοχή ανάμεσα στην καταγγελία και την πρακτική πρόταση δεν φαίνεται: η χώρα χρειάζεται αλλαγή, αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει ακριβώς ποιο σχέδιο θα την υλοποιήσει.

Στην εξωτερική πολιτική και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η κριτική γίνεται στρατηγική υπερβολή: η Τουρκία πρέπει να αντιμετωπιστεί με ισχυρή παρουσία, η Χάγη εξετάζεται με επιφυλάξεις, αλλά όλα ακούγονται περισσότερο σαν διακήρυξη αρχών παρά ως στρατηγική με όρους πραγματικού διεθνούς παιχνιδιού. Ο Ανδρουλάκης κλείνει τη συνέντευξη με τη γνωστή του εμμονή στο «πολιτικό ήθος και τον προγραμματικό λόγο», αφήνοντας όμως ανοιχτό το ερώτημα: μήπως η Ελλάδα χρειάζεται πραγματικά πράξεις και όχι μόνο καθαρό αέρα και δηκτικές φράσεις;