Αν κάτι δεν μπορεί πλέον να κατηγορήσει κανείς την ελληνική οικονομία, είναι ότι περνά απαρατήρητη. Εκεί που κάποτε οι διεθνείς αναλύσεις μιλούσαν για «ελληνικό ρίσκο», σενάρια Grexit και διαρκή επιτήρηση, σήμερα οι ίδιοι κύκλοι καταγράφουν ουρές επενδυτών και ιστορικά ρεκόρ ζήτησης. Και το κάνουν χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς «αλλά» και –κυρίως– χωρίς αμφιβολία για την κατεύθυνση.
Η αυστριακή Kleine Zeitung δεν λειτουργεί ως κυβερνητικό δελτίο Τύπου ούτε ως φιλικό think tank. Παρ’ όλα αυτά, περιγράφει με σαφήνεια τη θεαματική εικόνα της πρώτης ομολογιακής έκδοσης της χρονιάς από την Αθήνα. Προσφορές ύψους 51 δισ. ευρώ για ένα νέο δεκαετές ομόλογο, άντληση 4 δισ. ευρώ και κάλυψη ήδη του μισού των ετήσιων δανειακών αναγκών. Αριθμοί που, πριν από λίγα χρόνια, θα θεωρούνταν πολιτική επιστημονική φαντασία.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το ασφάλιστρο κινδύνου. Οι 0,58 ποσοστιαίες μονάδες δεν είναι απλώς ένας τεχνικός δείκτης για ειδικούς. Είναι το αποτύπωμα της επιστροφής της εμπιστοσύνης. Οι αγορές, που δεν ψηφίζουν ιδεολογικά αλλά με πραγματικό χρήμα, δείχνουν ότι θεωρούν την Ελλάδα πλέον κανονική ευρωπαϊκή περίπτωση – όχι ειδικό πρόβλημα προς διαχείριση.
Συνεχίζεται η ανάκαμψη
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το γερμανικό ntv, το οποίο σημειώνει ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί φέτος με ρυθμό 2,4%, δηλαδή περίπου διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται στο 2,8%, ενώ το δημόσιο χρέος, παρότι παραμένει υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ, έχει μειωθεί κατά περισσότερες από 45 ποσοστιαίες μονάδες από το 2020. Πρόκειται για εξέλιξη που δύσκολα μπορεί να υποβαθμιστεί ως «λογιστικό τέχνασμα», όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να βλέπουν παντού αριθμητικές απάτες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το λεγόμενο χρηματοδοτικό μαξιλάρι των περίπου 41 δισ. ευρώ. Σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν αποτελεί προϊόν πανικού ή αναγκαστικής αποταμίευσης, αλλά εργαλείο στρατηγικής ασφάλειας. Η Ελλάδα μπορεί, εάν χρειαστεί, να καλύψει τις ανάγκες της για χρόνια χωρίς πρόσβαση στις αγορές – μια πολυτέλεια που δεν διαθέτουν αρκετές χώρες της Ευρωζώνης.
Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η παραπολιτική και παραοικονομική ειρωνεία. Την ώρα που στο εσωτερικό κάποιοι επιμένουν να μιλούν για «οικονομία βιτρίνας» και «πλασματική ευημερία», το εξωτερικό καταγράφει ψυχρά δεδομένα: ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο, δημοσιονομική πειθαρχία και αποκατεστημένη αξιοπιστία. Οι αγορές δεν πείθονται από συνθήματα, ούτε συγκινούνται από καταγγελίες. Αντίθετα, ποντάρουν εκεί όπου βλέπουν σταθερότητα, συνέχεια και προβλεψιμότητα.
Η Ελλάδα δεν έγινε παράδεισος από τη μια μέρα στην άλλη. Έγινε, όμως, μια χώρα που –μετά από μια δεκαετία κρίσης– έμαθε ότι η σοβαρότητα στην οικονομική πολιτική έχει απτό αποτέλεσμα. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί όσους επένδυσαν πολιτικά στη μόνιμη καταστροφή, αποτυπώνεται πλέον όχι σε αφηγήματα, αλλά σε δισεκατομμύρια πραγματικού ενδιαφέροντος.





