Υπάρχουν στιγμές που τα γεγονότα μιλούν πιο καθαρά από τα συνθήματα. Και η ανάρτηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, για τις αγροτικές πληρωμές του 2025 είναι μία από αυτές. Όχι γιατί «τα λέει ωραία», αλλά γιατί βάζει αριθμούς, χρονοδιαγράμματα και –το κυριότερο– ερωτήματα που δύσκολα απαντώνται με κορναρίσματα στα μπλόκα.
3,82 δισ. ευρώ καταβλήθηκαν στους αγρότες το 2025. Το μεγαλύτερο ποσό των τελευταίων ετών, αυξημένο κατά 13% σε σχέση με το 2024. Κι όμως, αντί αυτό να αποτελέσει αφετηρία μιας σοβαρής συζήτησης για το πώς στηρίζεται ουσιαστικά ο πρωτογενής τομέας, κάποιοι επιλέγουν τη γνωστή συνταγή: ένταση, καταγγελία, άρνηση διαλόγου. Και εδώ αρχίζουν τα παραπολιτικά ερωτήματα.
Διότι όταν μια κυβέρνηση παραδέχεται ευθύνες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ –κάτι σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα–, συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την OLAF και την Οικονομική Αστυνομία, διαπραγματεύεται επί μήνες με την Κομισιόν και τελικά εξασφαλίζει την ομαλή ροή των ενισχύσεων, το αφήγημα της «ανάλγητης εξουσίας» αρχίζει να μπάζει νερά.
Το πρόβλημα δεν είναι τα χρήματα – είναι ποιοι τα έπαιρναν
Ο πυρήνας της υπόθεσης δεν είναι αν υπάρχουν προβλήματα στον αγροτικό κόσμο. Υπάρχουν, και σοβαρά. Κτηνοτρόφοι, βαμβακοπαραγωγοί, σιτοπαραγωγοί πιέζονται από διεθνείς τιμές, κλιματικές συνθήκες και κόστος παραγωγής. Η κυβέρνηση το αναγνωρίζει και το αποδεικνύει με στοχευμένες ενισχύσεις: αποζημιώσεις για την ευλογιά, επιπλέον 80 εκατ. ευρώ στους κτηνοτρόφους, άλλα 80 εκατ. ευρώ μέσω οικολογικών σχημάτων, 177 εκατ. ευρώ από το Μέτρο 23. Αυτά δεν είναι υποσχέσεις, είναι πληρωμές.
Το πραγματικό αγκάθι, όμως, είναι αλλού. Στο νέο σύστημα πληρωμών που βάζει τέλος στα «πανωγραψίματα» και κατευθύνει τις ενισχύσεις στους πραγματικούς παραγωγούς. Όταν χιλιάδες ΑΦΜ περνούν από διασταυρώσεις και υποθέσεις ερευνώνται, είναι λογικό κάποιοι να ενοχλούνται. Και είναι ακόμη πιο λογικό να μην ενθουσιάζονται με την απορρόφηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από την ΑΑΔΕ, μια Αρχή που έχει αποδείξει ότι ξέρει να πληρώνει, αλλά και να ελέγχει.
Γι’ αυτό και το πιο πολιτικά αιχμηρό ερώτημα του Χατζηδάκη δεν αφορά τα ποσά, αλλά τη στάση: γιατί οι αγροτοσυνδικαλιστές αρνούνται τον διάλογο με τον ίδιο τον πρωθυπουργό; Τι φοβούνται να πουν στο τραπέζι και προτιμούν να το φωνάζουν στον δρόμο;
Στο τέλος της ημέρας, κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο αγροτικός τομέας έχει διαχρονικά προβλήματα. Εκείνο που αλλάζει τώρα είναι ότι, για πρώτη φορά, γίνεται σοβαρή προσπάθεια να αντιμετωπιστούν χωρίς να κλείνουν τα μάτια στις παθογένειες. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί κάποιους, είναι προϋπόθεση για να έχει μέλλον η ελληνική γεωργία – όχι μόνο επιδοτήσεις.





