Έκρηξη στο παρασκήνιο του Great Sea Interconnector: Τι (δεν) λέει η Κομισιόν και γιατί η Ελλάδα βγαίνει κερδισμένη

Σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή ασφάλεια μετατρέπεται σε νέο «σκληρό νόμισμα» επιρροής, η Αθήνα βλέπει το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου να παραμένει σταθερά στο μικροσκόπιο της Κομισιόν. Κι αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι. Παρά τις καθυστερήσεις, τις χρηματοδοτικές τρύπες και τις γεωπολιτικές αναταράξεις, οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να τοποθετούν το Great Sea Interconnector ψηλά στην ατζέντα των στρατηγικών έργων που θωρακίζουν ολόκληρη την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική. Στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ένα τέτοιο έργο δεν είναι μόνο υποδομή: είναι κεφάλαιο αξιοπιστίας, ρόλος στην περιοχή και, κυρίως, μια καθαρή απόδειξη ότι η χώρα παίζει στο τραπέζι των μεγάλων αποφάσεων – όχι ως θεατής, αλλά ως συνδιαμορφωτής.

Η απάντηση που έλαβε ο Κύπριος ευρωβουλευτής Μιχάλης Χατζηπαντέλας από τον Επίτροπο Ενέργειας και Στέγασης της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, ήρθε να επιβεβαιώσει το παραπάνω. Ναι μεν η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε νέα ανάλυση κόστους–οφέλους ούτε σε δημοσιοποίηση συνολικής μελέτης βιωσιμότητας, όμως επιβεβαιώνει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι ο στρατηγικός χαρακτήρας του έργου παραμένει αδιαπραγμάτευτος. Με άλλα λόγια: το τρένο δεν σταματά, ακόμα κι αν τα εισιτήρια γίνονται διαρκώς ακριβότερα.

Η Ελλάδα κερδίζει πολιτικό χώρο»

Ο Γιόργκενσεν υπενθύμισε ότι η ανάλυση κόστους–οφέλους έχει πραγματοποιηθεί ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας ένταξης του έργου στον κατάλογο των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος. Με απλά λόγια: οι Ευρωπαίοι έχουν αποφασίσει ότι ο λογαριασμός βγαίνει – και βγαίνει υπέρ Ελλάδας και Κύπρου. Το γεγονός ότι το έργο αξιολογήθηκε ως ωφέλιμο ήδη από το στάδιο έγκρισής του λειτουργεί ως πολιτική «σφραγίδα» που δύσκολα ανοίγει ξανά. Κι αυτό δίνει στην Αθήνα μια εξαιρετικά χρήσιμη βάση, ιδίως σε ένα διεθνές περιβάλλον που απαιτεί σταθερότητα, ρεαλισμό και γεωπολιτικό βάθος.

Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη πως μελέτες βιωσιμότητας δεν δημοσιοποιούνται όταν περιλαμβάνουν εμπιστευτικά στοιχεία. Το μήνυμα προς όσους «φλερτάρουν» με σενάρια αδιαφάνειας ή αποτυχίας είναι σαφές: δεν πρόκειται για απόκρυψη, αλλά για φυσιολογική πρακτική σε έργα τέτοιας κλίμακας. Εξάλλου, τα κόστη ανέβαιναν παντού τα τελευταία χρόνια – από τις αλυσίδες εφοδιασμού μέχρι τις ενεργειακές υποδομές. Το να εκπλήσσεται κανείς σήμερα για αυξήσεις, είναι τουλάχιστον αφελές.

Και την ίδια στιγμή, ενώ τα έξοδα «φουσκώνουν», τα οφέλη των διασυνδέσεων αυξάνονται: μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού, περισσότερη δυνατότητα μεταφοράς καθαρής ενέργειας, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία. Μετά τις κρίσεις των τελευταίων ετών, αυτά δεν είναι θεωρητικά πλεονεκτήματα – είναι κρίσιμοι πυλώνες πολιτικής επιβίωσης.

Αυτή η συζήτηση έχει ιδιαίτερο βάρος για την κυβέρνηση στην Αθήνα, που εδώ και μήνες χτίζει το αφήγημα της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας, ενεργειακού κόμβου και γεωστρατηγικού μοχλού της ευρύτερης περιοχής. Το Great Sea Interconnector δεν είναι ένα ακόμη τεχνικό έργο – είναι επενδυτικό υλικό για το πολιτικό κεφάλαιο της χώρας.

Ο Επίτροπος υπενθυμίζει και κάτι ακόμα: η άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου αποτελεί μία από τις οκτώ επίσημες ενεργειακές οδούς της Κομισιόν. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό «κλειδί». Η Κύπρος δεν είναι ένα νησί στην άκρη του χάρτη· είναι κρίκος στην ευρωπαϊκή αλυσίδα ασφάλειας. Και ο κρίκος αυτός περνά – υποχρεωτικά – από την Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η στενή συνεργασία Επιτροπής, Αθήνας, Λευκωσίας και του φορέα υλοποίησης λειτουργεί ως προληπτική ασπίδα απέναντι σε νέες καθυστερήσεις.

Και επειδή στις Βρυξέλλες ουδείς κάνει κινήσεις χωρίς να βλέπει τις πολιτικές ισορροπίες, κάθε επιβεβαίωση προτεραιότητας στο έργο λειτουργεί και ως ψήφος εμπιστοσύνης προς την ελληνική σταθερότητα. Μια σταθερότητα που μεταφράζεται σε μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, σε αναβαθμισμένο ρόλο – και, φυσικά, σε περισσότερα κλικ για όσους παρακολουθούν από κοντά όλες τις παρασκηνιακές πτυχές ενός έργου που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας απλής ενεργειακής διασύνδεσης.