Αν κάτι χαρακτηρίζει το σημερινό ΠΑΣΟΚ, είναι η αμηχανία. Μια αμηχανία που έχει γίνει πολιτική ταυτότητα. Ενώ η χώρα κινείται με σταθερότητα, οι δείκτες της οικονομίας βελτιώνονται και η κυβέρνηση Μητσοτάκη διατηρεί προβάδισμα αξιοπιστίας, στη Χαριλάου Τρικούπη συνεχίζουν να ψάχνουν ποιος φταίει για τη «βελόνα που δεν κουνιέται». Σαν να τους φταίει πάντα ο καθρέφτης και ποτέ το είδωλο.
Το περίφημο Συνέδριο, που θα έπρεπε να σηματοδοτεί «φυγή προς τα εμπρός», μοιάζει περισσότερο με σκηνικό απολογίας. Οι εσωκομματικές φωνές –άλλες με φιλόδοξο ύφος, άλλες με προσωπικά απωθημένα– ζητούν «καθαρές κουβέντες». Όμως το μόνο που ακούγεται καθαρά είναι ο ήχος της πολιτικής αδυναμίας. Δούκας, Διαμαντοπούλου, Γερουλάνος, Κατρίνης… όλοι μιλούν για το μέλλον του κόμματος, κανείς όμως δεν πείθει ότι υπάρχει μέλλον. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να αναπολεί τον εαυτό του περισσότερο απ’ ό,τι τον οραματίζεται.
«Αριστερά του Τσίπρα, δεξιά του Μητσοτάκη – και στη μέση το πουθενά»
Η ίδρυση κόμματος από τον Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να έχει προκαλέσει πανικό στους «πράσινους», που βλέπουν το κοινό τους να συρρικνώνεται πριν καν φανεί η νέα ταμπέλα. Όμως, η αλήθεια είναι πιο απλή: το ΠΑΣΟΚ δεν χάνει ψηφοφόρους από τον Τσίπρα· τους χάνει από τον εαυτό του. Γιατί εδώ και καιρό δεν ξέρει τι πρεσβεύει, πέρα από το ότι «δεν θέλει» να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία – μια εμμονή που δεν συγκινεί ούτε τους ίδιους τους οπαδούς του.
Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχωρά με θεσμικές μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και διεθνές κύρος, το ΠΑΣΟΚ επιδίδεται σε μια ατέρμονη ψυχοθεραπεία. Αναλύει, αναστοχάζεται, συσκέπτεται – αλλά πολιτική πράξη, μηδέν. Το μόνο που κινείται είναι οι καρέκλες στα τραπέζια των οργάνων.
Αν τελικά γίνει Συνέδριο, ίσως αξίζει να του δώσουν έναν πιο ειλικρινή τίτλο:
«Πώς χάσαμε άλλο ένα τρένο της Ιστορίας».
Γιατί η «φυγή προς τα εμπρός» του Νίκου Ανδρουλάκη έχει ήδη καθυστερήσει τόσο, που στο τέλος μπορεί να γίνει φυγή προς την έξοδο.





