Διαταραχή Πανικού: Πώς οι συμπεριφορές που νομίζουμε ότι μας προστατεύουν συντηρούν τον φόβο

Η διαταραχή πανικού αποτελεί μια από τις πιο εξουθενωτικές εκδηλώσεις του άγχους, επηρεάζοντας βαθιά την ποιότητα ζωής χιλιάδων ανθρώπων. Ένα από τα πιο παράδοξα και κρίσιμα χαρακτηριστικά της πάθησης είναι ότι οι ενέργειες στις οποίες καταφεύγει το άτομο για να προστατευθεί, είναι συχνά αυτές που ενισχύουν και παγιώνουν τον φόβο του. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο αποφυγών και «συμπεριφορών ασφαλείας», οι οποίες, αντί να εκτονώνουν την αγωνία, επιβεβαιώνουν λανθασμένα την ύπαρξη επικείμενης καταστροφής.

Το παράδοξο των συμπεριφορών ασφαλείας

Όταν ένα άτομο βιώνει έντονα συμπτώματα όπως ταχυκαρδία, δύσπνοια ή ζάλη, είναι βιολογικά φυσιολογικό να αναζητήσει προστασία. Στη διαταραχή πανικού, ωστόσο, απλές καθημερινές συνήθειες μετατρέπονται σε άκαμπτες τελετουργίες επιβίωσης. Συμπεριφορές όπως η ανάγκη να κάθεται κανείς πάντα κοντά στην έξοδο, να κρατά συνεχώς ένα μπουκάλι νερό, να έχει μαζί του ένα ηρεμιστικό «για παν ενδεχόμενο» ή να μετρά διαρκώς τους σφυγμούς του σε smartwatch, προσφέρουν στιγμιαία ανακούφιση. Παράλληλα, υπάρχουν και πιο διακριτικές τακτικές, όπως η επίμονη προσπάθεια ελέγχου της αναπνοής και η συνεχής εσωτερική παρακολούθηση του σώματος.

Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην ίδια την πράξη, αλλά στην πεποίθηση που τη συνοδεύει. Εάν κάποιος πιστεύει ότι χωρίς το μπουκάλι νερό ή χωρίς να γνωρίζει πού είναι η πόρτα κινδυνεύει άμεσα να λιποθυμήσει ή να υποστεί έμφραγμα, το μέτρο προφύλαξης καθίσταται απαραίτητο για την ψυχική του ισορροπία. Έτσι, δημιουργούνται αυστηροί κανόνες που σταδιακά οδηγούν σε αποφυγές, περιορίζοντας την κοινωνική και επαγγελματική ζωή και ανοίγοντας συχνά τον δρόμο για την αγοραφοβία.

Η επιστημονική εξήγηση: Γιατί συντηρείται ο πανικός

Τον μηχανισμό πίσω από αυτό το φαινόμενο αποκωδικοποίησε ήδη από το 1991 ο Βρετανός κλινικός ψυχολόγος Πολ Σαλκόφσκις, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η οποία υποστηρίχθηκε ερευνητικά σε συνεργασία με τους διακεκριμένους επιστήμονες Ντέιβιντ Κλαρκ και Μάικλ Γκέλντερ, οι προσπάθειες προστασίας εμποδίζουν το άτομο να διαψεύσει τον αρχικό του φόβο.

Όταν μια δύσκολη κατάσταση ολοκληρώνεται χωρίς συνέπειες, ο πάσχων δεν σκέφτεται ότι ο κίνδυνος ήταν ανύπαρκτος ή υπερεκτιμημένος. Αντιθέτως, αποδίδει τη «διάσωσή» του στις προφυλάξεις που πήρε — για παράδειγμα, στο ότι καθόταν κοντά στην έξοδο ή ότι είχε μαζί του βοήθεια. Με αυτόν τον τρόπο, η πεποίθηση ότι βρίσκεται σε πραγματικό κίνδυνο παραμένει ακλόνητη. Η ουσιαστική αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού μέσω της Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας εστιάζει ακριβώς στην αναγνώριση και τη σταδιακή απόσυρση αυτών των συμπεριφορών ασφαλείας, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να αντιληφθεί ότι η απειλή δεν ήταν ποτέ πραγματική.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom