Νόσος Αλτσχάιμερ: Ποιοι πρέπει να κάνουν τις νέες αιματολογικές εξετάσεις και ποιοι να τις αποφεύγουν

Σε μια νέα εποχή εισέρχεται η διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ, χάρη στην ανάπτυξη πρωτοποριακών αιματολογικών εξετάσεων που ανιχνεύουν αξιόπιστους βιοδείκτες στο αίμα. Οι εξετάσεις αυτές επιτρέπουν στους ειδικούς να εντοπίζουν έγκαιρα τις παθολογικές εναποθέσεις της πρωτεΐνης β-αμυλοειδές στον εγκέφαλο, οι οποίες αποτελούν κύριο χαρακτηριστικό της ασθένειας. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει πως τα νέα αυτά διαγνωστικά εργαλεία δεν προορίζονται για γενικευμένο προληπτικό έλεγχο.

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Τζωνς Χόπκινς και πρόεδρος της Ελληνικής Πρωτοβουλίας Ενάντια στη Νόσο Αλτσχάιμερ, Κωνσταντίνος Λυκέτσος, οι εν λόγω εξετάσεις αφορούν αποκλειστικά άτομα που εμφανίζουν κλινικά συμπτώματα και όχι τον υγιή πληθυσμό.

Ο ρόλος του βιοδείκτη p-tau217 και η διαγνωστική ακρίβεια

Μεταξύ των διαθέσιμων αιματολογικών τεστ, ιδιαίτερα αξιόπιστη θεωρείται η μέτρηση του βιοδείκτη p-tau217. Η συγκεκριμένη εξέταση ανιχνεύει στο αίμα ένα μόριο εγκεφαλικής προέλευσης, του οποίου τα αυξημένα επίπεδα συνδέονται άμεσα με την παθολογία του αμυλοειδούς. Η εγκυρότητα του p-tau217 έχει αξιολογηθεί σε σύγκριση με την τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET scan), η οποία καταγράφει απευθείας τις εναποθέσεις στον εγκέφαλο.

Ένα θετικό αποτέλεσμα σε ασθενή με συμπτώματα αποτελεί κρίσιμο βήμα, ιδιαίτερα εάν εξετάζεται η χορήγηση στοχευμένων θεραπειών. Στις περιπτώσεις αυτές, η αιματολογική ένδειξη ακολουθείται από απεικόνιση PET, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι ο ασθενής πληροί τα αυστηρά κριτήρια θεραπείας. Αντίθετα, ένα αρνητικό αποτέλεσμα μειώνει σημαντικά την πιθανότητα ύπαρξης αμυλοειδούς, οδηγώντας σε τακτική κλινική παρακολούθηση.

Γιατί οι υγιείς δεν πρέπει να υποβάλλονται στις εξετάσεις

Παρά τη διαγνωστική ακρίβεια των τεστ, ο κ. Λυκέτσος ξεκαθαρίζει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως προληπτικό τσεκ-απ από ανθρώπους χωρίς συμπτώματα. Αν και ένας θετικός βιοδείκτης σε ένα υγιές άτομο μπορεί να σχετίζεται με μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισης άνοιας, η επιστήμη δεν έχει ακόμη σαφή δεδομένα για το πώς και πότε θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Η διενέργεια της εξέτασης σε ασυμπτωματικά άτομα μπορεί να προκαλέσει αναίτια ανησυχία και διαγνωστικά αδιέξοδα, καθώς επί του παρόντος δεν υπάρχει εγκεκριμένη προληπτική θεραπεία για υγιείς φορείς του βιοδείκτη.

Οι νέες θεραπείες και η διαχείριση των ασθενών

Οι σύγχρονες θεραπευτικές εξελίξεις περιλαμβάνουν μονοκλωνικά αντισώματα που απομακρύνουν το β-αμυλοειδές, χορηγούμενα κυρίως στα πρώιμα στάδια της νόσου. Παρότι επιβραδύνουν σε κάποιο βαθμό τη νοητική έκπτωση, το όφελος παραμένει συγκρατημένο, ενώ απαιτείται αυστηρή παρακολούθηση λόγω πιθανών επιπλοκών.

Την ίδια ώρα, τα κλασικά συμπτωματικά φάρμακα συνεχίζουν να έχουν ένδειξη μόνο σε περιπτώσεις εγκατεστημένης άνοιας και όχι στην ήπια γνωστική διαταραχή, καθιστώντας σαφές ότι η σωστή και στοχευμένη διάγνωση αποτελεί το κλειδί για την κατάλληλη ιατρική καθοδήγηση.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom